Τρίτη, 6 Μαΐου 2008

M+Z [6]

by Isabelle Vital


Κατεβαίνοντας στο σταθμό του Θησείου ένιωσε ένα κάψιμο στον αυχένα του, βέλη μυτερά να τον τρυπάνε, μέσα από το πλήθος που τον ακολουθούσε προς την έξοδο ξεχώρισε δυο μάτια πρασινόχρυσα να ίπτανται προς το μέρος του. Ώσπου να καταλάβει σε ποιο πρόσωπο αντιστοιχούσαν, είχαν χαθεί και απέμεινε να στέκεται αναποφάσιστος. -«Βλέπω χωρίς να γνωρίζεστε συντονιστήκατε τέλεια» άκουσε τη γνώριμη γελαστή φωνή της Δέσποινας. Έκπληκτος κοίταξε προς τα αριστερά του, εκεί που του έδειχναν η Δέσποινα με την Ελένη γελώντας συνομωτικά. Δίπλα του έστεκε μια κοπέλα, αμίλητη: τα μακρυά μαλλιά της ήταν πλεγμένα σαν φωλιά στο πίσω μέρος του κεφαλιού της και τα μάτια της, καταπράσινα χρύσιζαν από κάποια εσωτερική φλόγα. Ήταν ντυμένη με ένα μακρύ καφέ φουστάνι, στο χρώμα της γης και στο λαιμό της είχε ένα λεπτό κολλιέ, φτιαγμένο από κάτι στρογγυλωπά, αστραφτερά βότσαλα… -«Ζωή;» άκουσε τον εαυτό του να την ρωτάει ξέπνοα. -«Νόμιζα ότι είναι δική μου φίλη», είπε πειραγμένη τάχα η Ελένη, όμως εκείνος ούτε που της έδωσε σημασία. -«Ναι, Μέμνονα, εγώ είμαι» απάντησε η Ζωή κοιτώντας τον βαθιά και σίγουρα μέσα στα μάτια και του έδωσε το χέρι της. Στο άγγιγμά του ένιωσε ξαφνικά όλη τη δύναμη της θηλυκής ουσίας, από τη μανιώδη σεξουαλικότητα μέχρι την απεριόριστη γονιμότητα. Λίγο ακόμη και θα έσκυβε στο στόμα της να το φιλήσει αν δεν άκουγε την Ελένη να λέει: -«Μέμνονα, τι δαχτυλίδι είναι αυτό;» Την κατάσταση την έσωσε η μονίμως ανυπόμονη Δέσποινα. Βαριόταν γενικώς όποτε δεν ήταν στο επίκεντρο των καταστάσεων και ασφυκτιούσε. Χώθηκε τσαχπίνικα ανάμεσα στο Μέμνονα και τη Ζωή και παίρνοντάς τους αγκαζέ, ήταν η καλομαθημένη της παρέας: εκείνη αποφάσιζε συνήθως για τα πάντα. Έτσι και τώρα, χωρίς να ρωτήσει τους πήγαινε στο αγαπημένο της στέκι νομίζοντας ότι καθόριζε τη ροή των γεγονότων. Καθισμένοι όλοι γύρω από το τραπέζι έπιναν ο καθένας αυτό που είχε παραγγείλει και συζητούσαν για διάφορα. Ο Μέμνονας, λιγομίλητος από πάντα, προσπαθούσε με κόπο να κρατηθεί στη συζήτηση, τα μάτια του σκάλωναν συνεχώς επάνω στα μάτια της Ζωής, και κάθε τόσο, όταν εκείνη χειρονομούσε καθώς μιλούσε, περίμενε ότι θα σήκωνε τις παλάμες της στο ύψος του προσώπου της και ότι θα τις χτυπούσε κοφτά δυο φορές. Περίμενε να ζωντανέψει το κολλιέ που φορούσε και χρυσοπράσινοι κάνθαροι να αρχίσουν να πετούν, φτιάχνοντας ένα φωτοστέφανο γύρω από το κεφάλι της. -«Καλέ Δέσποινα» ξεχώρισε τη φωνή της Ελένης «κοίτα τι φοράει η Ζωή στο χέρι της.» Στη θέα του δαχτυλιδιού της ο Μέμνονας έμεινε άλαλος: το χέρι της κοσμούσε ένας χρυσός κάνθαρος.