Σάββατο, 10 Μαΐου 2008

Μ+Ζ+Ι+Ε+Δ [11]


-Ένα ποτήρι νερό! Ένα ποτήρι νερό! Μέμνονα μ’ ακούς; Μέμνονα!

Ο Φίλιππος, έμενε στο διπλανό διαμέρισμα από τον Μέμνονα. Συναντιόντουσαν κάθε πρωί Κυριακής κι έπιναν σκέτο καφέ φίλτρου με συνοδεία μπισκότων μελιού και μουσικής από την Αργεντινή. Καθόντουσαν στο μπαλκόνι του Φιλίππου και άφηναν το βλέμμα τους να πηγαινοέρχεται πότε στην σβηστή οθόνη του απέναντι θερινού κινηματογράφου και πότε στους περαστικούς. Πριν 9 μέρες ο Φίλιππος γνώρισε τυχαία στο σπίτι του Μέμνονα τον Νικήτα και την Ιωάννα. Στο πρώτο του βλέμμα με εκείνη η ατμόσφαιρα ηλεκτρίστηκε κι ένιωσε όπως όταν ήταν μικρός στο Buenos Aires και έτρεχε ξυπόλητος στους δρόμους της γειτονιάς του, όπως όταν έμπαινε για πρώτη φορά στο φρεσκοβαμμένο του διαμέρισμα στην Αθήνα κι όπως όταν νυσταγμένος κοιτούσε το πρόσωπό του στον καθρέφτη την νύχτα και ένιώθε ταραχή κι ύστερα ανακούφιση…
Κάποιοι το λένε κεραυνοβόλο έρωτα. Για τον Φίλιππο ήταν απλά αφύπνιση.
Πέρασαν μερικά λεπτά μέχρι να μάθει το χαρμόσυνο για εκείνον γεγονός… πως δηλαδή η Ιωάννα κι ο Νικήτας ήταν δίδυμα αδέρφια. Μέχρι τώρα ο μόνος στον οποίον έχει εκμυστηρευτεί την εσωτερική του συναίσθηση είναι ο Μέμνονας, χωρίς όμως να είχε ζητήσει και την βοήθειά του μέχρι χθες, οπότε του χτύπησε την πόρτα και του ζήτησε το τηλέφωνό της…

Η θετική της ανταπόκριση, σαν tango ήχησε στα αυτιά του.

Επειδή δεν του αρέσει να οδηγεί, αν και έχει αυτοκίνητο, συναντήθηκαν στο μετρό και μπήκαν στον ίδιο συρμό με τον οποίον λίγο αργότερα θα επιχειρούσε να μετακινηθεί προς το σπίτι του ο Μέμνονας. Όταν κάποιος από το πλήθος φώναξε αν υπάρχει κάποιος γιατρός, ο Φίλιππος έτρεξε ασυναίσθητα προς τα εκεί και είδε τον Μέμνονα λιπόθυμο στο πάτωμα. Τον σήκωσε στην αγκαλιά του και με την πρώτη στάση βγήκαν έξω.

-Ιωάννα, μείνε μαζί του! Πάω να φέρω ένα ποτήρι νερό!

Πως βουλιάζει ένας άνθρωπος μες στον ίδιο του τον ιδρώτα; Πως αφήνει το άνευρό του σώμα στα χέρια του όποιου περαστικού και στην θέα των εκατοντάδων περίεργων βλεμμάτων; Πως επιτρέπει στην ζωή του να παραμένει μια επιθυμία σε ένα λευκό χαρτί τσαλακωμένο;

Ο Μέμνονας αν και λιπόθυμος κρατούσε καλά σφιγμένο στην γροθιά του το λευκό χαρτί. Τόσο καλά που ούτε η Ιωάννα, στα χέρια της οποίας επανήλθε στην εδώ ζωή αποκαλώντας την «Ζωή», αντιλήφθηκε την ύπαρξή του. Όταν επέστρεψε ο Φίλιππος τους βρήκε να κάθονται σε ένα παγκάκι. Το ωχρό πρόσωπο του Μέμνονα σιγά σιγά άρχισε να επανέρχεται στο κλασσικό του ρόδινο χρώμα.

-Φίλε είσαι καλά; Τι σου συνέβη;
-Η Ζωή που είναι;
-Ποια Ζωή ρε φίλε; Μόνος σου ήσουν, από ότι είδα! Πιες μια γουλιά νερό.
-Όχι! Πρέπει να γυρίσω στην Ζωή!

Συνέχιζε να ψελλίζει διάφορες ακατανόητες, για τους άλλους, φράσεις, και με μια σπασμωδική κίνηση που έκανε τα οστά των δαχτύλων του να τρίξουν, σαν αλάδωτη ξύλινη επαφή… ή σαν υλικό που κάτω από τον κρύο αέρα συστέλλεται, ξέσφιξε την κλειδωμένη του γροθιά και κοίταξε το χαρτί με αγωνία. Μπορούσε σίγουρα να καταλάβει πως ήταν δύο λέξεις μα δεν μπορούσε να τις διαβάσει. Ο ιδρώτας του, σαν καυτό ηδονικό υγρό είχε σβήσει το παρελθόν του χαρτιού και το παρόν της εντόσθιας χρησιμότητάς του. Ήταν άχρηστο πια. Ίσα που είχε προλάβει να το χρησιμοποιήσει και το κατέστρεψε με την ίδια του την σάρκα. «Ανάθεμα σε αυτή την άτιμη την υπότασή μου!», φώναξε, «Ανάθεμα!», και με μία απρόσμενη για τα μάτια του Φίλιππου και της Ιωάννας πράξη, έβγαλε τον αναπτήρα του από την τσέπη και το έκαψε. Ήταν ήδη ρόδινος στο πρόσωπο και κάτωχρος στην καρδιά.

Δεν ήθελε να πιει νερό. Είχε δυο σταγόνες στις άκρες των χειλιών του. Δεν διψούσε.

1 σχόλια:

Stardustia είπε...

dim, ΚΑΛΩΣ ΗΡΘΕΣ ΚΑΙ ΕΠΙΣΗΜΩΣ στην παρέα μας...

ωραία τροπή παίρνει η ιστορία...