Παρασκευή, 23 Μαΐου 2008

M+Z+I+E+Δ [13]


Σουρούπωνε ήδη, όταν ξανάνοιξε τα μάτια του. Τη μια στιγμή ήταν ακόμη εκεί μαζί με τη Φωτούλα και την αμέσως επόμενη ήταν σαν να ήταν πάντοτε μόνος. Σαν να τον είχε απλώς ακουμπήσει μια μακρινή ανάμνηση, αγαπημένο πολυφορεμένο παπούτσι, φθαρμένο αλλά γνώριμο και σίγουρο.
Η Φωτούλα... ναι πράγματι τον χαλάρωνε η φωνή της, η άλλοτε ασθμαίνουσα, άλλοτε διακοπτόμενη, όπως τότε, ένα άλλο απόγευμα, αμήχανο και φορτισμένο, όταν εδώ στον ίδιο χώρο είχαν προσπαθήσει να δώσουν μια άλλη διάσταση στη φιλία τους, ασθμαίνουσα και διακοπτόμενη και αυτή...
Ο έρωτάς τους επάνω στον καναπέ του είχε κάτι το τρυφερό αλλά και το επώδυνο, ένα σμίξιμο που έμοιαζε σκηνή από πρόβα κακού έργου, το πάθος λεκτικό και στο τέλος -ευτυχώς- ένα συνωμοτικό γέλιο. Όχι, δεν θα γίνονταν ποτέ ζευγάρι...

Ένα έντονο ζουζούνισμα τον έκανε να κοιτάξε προς την μισάνοιχτη μπαλκονόπορτα: ένα λαμπερό έντομο, ένας χρυσοπράσινος κάνθαρος ήρθε και κάθισε επάνω στο τραπέζι. Ο κουρασμένος ήλιος του πρόσθετε μια χάλκινη λάμψη. Ασυναίσθητα άπλωσε το χέρι και το πλασματάκι σκαρφάλωσε αμέσως στην παλάμη του. Ο Μέμνονας χαμογέλασε και έγειρε και πάλι πίσω το κεφάλι του και έκλεισε τα μάτια. Δυο χέρια άρχισαν να του χαϊδεύουν τα μαλλιά, ενώ κάτι μέσα στο κεφάλι του του ψιθύριζε πως συχνά τα ωραιότερα και πιο απίθανα σενάρια είναι και τα πιο αληθινά.

Περπατούσε και πάλι στην παραλία, συνεχώς η ίδια σκηνή: οι άνθρωποι-πιγκουίνοι, ο κατακόκκινος κεραυνός, το φωτεινό ζωντανό μονοπάτι, το σπίτι και εκείνη. Όχι, δεν περπατούσε, έτρεχε, μα όχι προς το σπίτι, ήθελε να κρυφτεί στο δάσος, εκείνο με τις σήραγγες, ξαφνικά ένας φόβος τον κυρίευσε, πρέπει να μου έχεις εμπιστοσύνη, άκουγε κάποιον να του λέει, όταν θα έρθει η στιγμή θα έρθω να σε βρω, επαναλάμβανε, ο κεραυνός σύριζε ήδη, τώρα χαμήλωνε και θα τους διαπερνούσε όλους, όλους; και εκείνον; όχι, σου εμπιστεύτηκα τα παιδιά μου, του έλεγε η φωνή, ποιος είσαι, ρωτούσε δυνατά, αγωνία και τρέλλα, εσύ είσαι, εσύ, ξαναφώναζε, σε ξέρω, μα δεν τολμώ να πω το όνομά σου, μήπως και μου θυμώσεις πάλι, σε θέλω τόσο πολύ κοντά μου, και συ με αποδιώχνεις, άσε με και μένα λεύτερο, άνθρωπο-πιγκουίνο, να γίνω και γω ένας σωρός από άμμο, άσε με!

Το κουδούνι χτυπούσε. Πρέπει να χτυπούσε ώρα. Πετάχτηκε μούσκεμα στον ιδρώτα. Ένιωσε ένα θρόϊσμα και ένα στρογγυλωπό έντομο πετάχτηκε από το χέρι του. Αλαφιασμένος έτρεξε προς το θυροτηλέφωνο. Στην ερώτησή του αντί για απάντηση άκουσε μια αγαπημένη φωνή να του λέει: "Θα σε περιμένω κάτω. Έλα!"

Στο μπάνιο έριξε λίγο νερό στο κεφάλι του, τα μακρυά μαλλιά του βράχηκαν, άλλαξε το μπλουζάκι του και πήρε μονάχα τα πορτοφόλι του.
Το κινητό του το ξέχασε στο τραπέζι.

Κλείδωσε την πόρτα και κατέβηκε τους τέσσερις ορόφους από τις σκάλες.
Εκεί στην μισοσκότεινη είσοδο της πολυκατοικίας τον περίμενε η Ζωή. Τα μάτια της έλαμπαν και τον άρπαξε σφιχτά από το χέρι.
"'Ελα" του είπε, "σου έχω μια έκπληξη. Θά πάμε με το αμάξι μου"
Στο απέναντι πεζοδρόμιο ήταν παρκαρισμένος ένας παλιός σκαραβαίος σε πράσινο μεταλλικό χρώμα.

Πέμπτη, 15 Μαΐου 2008

M+Z+I+E+Δ [12]


Paul Klee. Fire in the Evening. 1929. Oil on board

Τον πήγαν στο σπίτι του και τον άφησαν μόνο του για να κοιμηθεί και να ηρεμήσει. Το πρόβλημα του βέβαια δεν ήταν η κούραση αλλά η στέρηση. Του έλειπε κάποια που είχε γνωρίσει μόνο για λίγα λεπτά και όμως του έλειπε και μάλιστα πολύ.
Ευτυχώς που ήταν σε άδεια. Αλλιώς θα έπρεπε να φύγει πρωί – πρωί για το εργαστήριο και εκεί να συνεχίσει τις ενδιαφέρουσες αλλά απαιτητικές του έρευνες.
Ο μόνος του σύνδεσμος ήταν η Ελένη. Την πήρε και της ζήτησε το τηλέφωνο της Ζωής. Εκείνη του το έδωσε, τονίζοντας του ταυτόχρονα ότι πρόκειται για πολύ κλειστό άτομο που μερικές φορές αγγίζει τα όρια του παράξενου ακόμη και του δύστροπου.
Παρά τις συμβουλές της εκείνος πήρε τελικά την πρωτοβουλία.
- Ναι;
- Ζωή συγνώμη που σε παίρνω. Είμαι ο Μέμνονας, ο φίλος της Δέσποινας. Μου έδωσε το τηλέφωνο σου η Ελένη.
Καμία απάντηση.
- Ζωή εσύ είσαι; Με ακούς;
- Ναι, σε ακούυω.
- Μήπως ενοχλώ;
- Γενικά με ενοχλούν όσοι δεν με εμπιστεύονται.
- Δηλαδή;
- Σου είχα πει Μέμνονα. Θα επικοινωνούσα εγώ μαζί σου. Τέλος πάντων. Καλά είσαι;
Ο Μέμνονας ξενέρωσε εντελώς, είπε μερικά τυπικά λόγια και τη χαιρέτησε.
Μετά έπεσε σε μαύρη κατάθλιψη, καθώς είχε καταφέρει μια γνωριμία βασισμένη στο όνειρο να την κατεβάσει άδοξα στην πραγματικότητα.
Δυο μέρες μετά, το απόγευμα, πήγε στο σπίτι του Μέμνονα η Φωτεινή.
Χάρηκε πολύ που την είδε. Τον χαλάρωνε πάντα όταν την άκουγε. Η φωνή της, άλλοτε ασθμαίνουσα, άλλοτε διακοπτόμενη, είχε ένα ρυθμό σχεδόν μουσικό.
«Μέμνο, δεν ξέρω τι μου γίνεται. Ο Στέλιος… Καταλαβαίνεις. Μου κάνει όλο και σοβαρότερες δηλώνει για τον έρωτα του. Κι εγώ τι να του πω; Του μιλάω ειλικρινά, αλλά κάπου στο βάθος στεναχωριέται… Δηλαδή δεν του αρκεί ότι πηδιόμαστε καλά; Ότι περνάμε τόσο ωραία εκείνες τις στιγμές; Δεν είμαι εγώ για έρωτες. Τουλάχιστον δεν έχω ερωτευθεί ως τώρα άντρα. Εντάξει είμαι παράνοια. Αλλά μήπως δεν το στηρίζω και λογικά και φιλοσοφικά; Η γυναίκα είναι ένα όν πιο βαθύ ρε παιδί μου, πιο συναισθηματικό, υπάρχει πιο πολύ πώς να στο πω; Όχι ότι θα ‘κανα ποτέ σεξ με γυναίκα. Γουστάρω πολύ τους άντρες γι’ αυτό που ξέρουν καλά να κάνουν. Αλλά μέχρι εκεί. Πώς μπορώ εγώ να ερωτευθώ τον Στέλιο όταν υπάρχει η Ελεονόρα; Ωχ, στα ζάλισα ε; »
«Κάθε άλλο Φωτούλα. Πάντα σ’ ευχαριστιέμαι. Και δε διαφωνώ καθόλου. Κι εγώ δεν θα μπορούσα να ερωτευθώ ποτέ ένα άντρα»
Έσκασαν κι οι δυο στα γέλια.
«Α δε σού ‘πα Μέμνο. Πέρασα πριν λίγο απ τη Δέσποινα. Ήταν εκεί η φίλη της Ελένης. Ξέρεις ποια. Εκείνη η ρομαντίκ φιγούρα; Κατάλαβες ποια…»
«Τι; Είδες τη Ζωή;»
«Μέμνο, τι ύφος είναι αυτό; Τι τρέχει;»
«Έλα άστα τώρα… Για πες τι λέγατε;»
«Μας έλεγε ότι έχει γνωρίσει κάποιον και ότι θα ‘θελε να του χαριστεί ολοκληρωτικά. Κι όταν τη ρωτάγαμε, πώς και τι, πέταγε κάτι ανωμαλίες για απέραντες παραλίες και φιλιά μέσα στα σύννεφα… Καλά ρε μαλάκα, σ αρέσει αυτό το ούφο;»
«Δεν μ αρέσει απλώς Φωτούλα. Τη λατρεύω. Αλλά αυτή έχει βρει, όπως φαίνεται κάποιον άλλον. Έτσι εξηγείται η ψυχρότητα. Δεν πειράζει, ατύχησα για μια ακόμη φορά»
«Τι να πω ρε. Μπορεί να αξίζει τελικά η κοπέλα… Ρε λες να εννοεί εσένα;»
Αυτό ήταν το ωραιότερο αλλά ταυτόχρονα και το πιο απίθανο σενάριο. Βυθίστηκε όμως μέσα του ο Μέμνονας σαν να έκανε κατάδυση σε ένα παράδεισο από μέλι.

Σάββατο, 10 Μαΐου 2008

Μ+Ζ+Ι+Ε+Δ [11]


-Ένα ποτήρι νερό! Ένα ποτήρι νερό! Μέμνονα μ’ ακούς; Μέμνονα!

Ο Φίλιππος, έμενε στο διπλανό διαμέρισμα από τον Μέμνονα. Συναντιόντουσαν κάθε πρωί Κυριακής κι έπιναν σκέτο καφέ φίλτρου με συνοδεία μπισκότων μελιού και μουσικής από την Αργεντινή. Καθόντουσαν στο μπαλκόνι του Φιλίππου και άφηναν το βλέμμα τους να πηγαινοέρχεται πότε στην σβηστή οθόνη του απέναντι θερινού κινηματογράφου και πότε στους περαστικούς. Πριν 9 μέρες ο Φίλιππος γνώρισε τυχαία στο σπίτι του Μέμνονα τον Νικήτα και την Ιωάννα. Στο πρώτο του βλέμμα με εκείνη η ατμόσφαιρα ηλεκτρίστηκε κι ένιωσε όπως όταν ήταν μικρός στο Buenos Aires και έτρεχε ξυπόλητος στους δρόμους της γειτονιάς του, όπως όταν έμπαινε για πρώτη φορά στο φρεσκοβαμμένο του διαμέρισμα στην Αθήνα κι όπως όταν νυσταγμένος κοιτούσε το πρόσωπό του στον καθρέφτη την νύχτα και ένιώθε ταραχή κι ύστερα ανακούφιση…
Κάποιοι το λένε κεραυνοβόλο έρωτα. Για τον Φίλιππο ήταν απλά αφύπνιση.
Πέρασαν μερικά λεπτά μέχρι να μάθει το χαρμόσυνο για εκείνον γεγονός… πως δηλαδή η Ιωάννα κι ο Νικήτας ήταν δίδυμα αδέρφια. Μέχρι τώρα ο μόνος στον οποίον έχει εκμυστηρευτεί την εσωτερική του συναίσθηση είναι ο Μέμνονας, χωρίς όμως να είχε ζητήσει και την βοήθειά του μέχρι χθες, οπότε του χτύπησε την πόρτα και του ζήτησε το τηλέφωνό της…

Η θετική της ανταπόκριση, σαν tango ήχησε στα αυτιά του.

Επειδή δεν του αρέσει να οδηγεί, αν και έχει αυτοκίνητο, συναντήθηκαν στο μετρό και μπήκαν στον ίδιο συρμό με τον οποίον λίγο αργότερα θα επιχειρούσε να μετακινηθεί προς το σπίτι του ο Μέμνονας. Όταν κάποιος από το πλήθος φώναξε αν υπάρχει κάποιος γιατρός, ο Φίλιππος έτρεξε ασυναίσθητα προς τα εκεί και είδε τον Μέμνονα λιπόθυμο στο πάτωμα. Τον σήκωσε στην αγκαλιά του και με την πρώτη στάση βγήκαν έξω.

-Ιωάννα, μείνε μαζί του! Πάω να φέρω ένα ποτήρι νερό!

Πως βουλιάζει ένας άνθρωπος μες στον ίδιο του τον ιδρώτα; Πως αφήνει το άνευρό του σώμα στα χέρια του όποιου περαστικού και στην θέα των εκατοντάδων περίεργων βλεμμάτων; Πως επιτρέπει στην ζωή του να παραμένει μια επιθυμία σε ένα λευκό χαρτί τσαλακωμένο;

Ο Μέμνονας αν και λιπόθυμος κρατούσε καλά σφιγμένο στην γροθιά του το λευκό χαρτί. Τόσο καλά που ούτε η Ιωάννα, στα χέρια της οποίας επανήλθε στην εδώ ζωή αποκαλώντας την «Ζωή», αντιλήφθηκε την ύπαρξή του. Όταν επέστρεψε ο Φίλιππος τους βρήκε να κάθονται σε ένα παγκάκι. Το ωχρό πρόσωπο του Μέμνονα σιγά σιγά άρχισε να επανέρχεται στο κλασσικό του ρόδινο χρώμα.

-Φίλε είσαι καλά; Τι σου συνέβη;
-Η Ζωή που είναι;
-Ποια Ζωή ρε φίλε; Μόνος σου ήσουν, από ότι είδα! Πιες μια γουλιά νερό.
-Όχι! Πρέπει να γυρίσω στην Ζωή!

Συνέχιζε να ψελλίζει διάφορες ακατανόητες, για τους άλλους, φράσεις, και με μια σπασμωδική κίνηση που έκανε τα οστά των δαχτύλων του να τρίξουν, σαν αλάδωτη ξύλινη επαφή… ή σαν υλικό που κάτω από τον κρύο αέρα συστέλλεται, ξέσφιξε την κλειδωμένη του γροθιά και κοίταξε το χαρτί με αγωνία. Μπορούσε σίγουρα να καταλάβει πως ήταν δύο λέξεις μα δεν μπορούσε να τις διαβάσει. Ο ιδρώτας του, σαν καυτό ηδονικό υγρό είχε σβήσει το παρελθόν του χαρτιού και το παρόν της εντόσθιας χρησιμότητάς του. Ήταν άχρηστο πια. Ίσα που είχε προλάβει να το χρησιμοποιήσει και το κατέστρεψε με την ίδια του την σάρκα. «Ανάθεμα σε αυτή την άτιμη την υπότασή μου!», φώναξε, «Ανάθεμα!», και με μία απρόσμενη για τα μάτια του Φίλιππου και της Ιωάννας πράξη, έβγαλε τον αναπτήρα του από την τσέπη και το έκαψε. Ήταν ήδη ρόδινος στο πρόσωπο και κάτωχρος στην καρδιά.

Δεν ήθελε να πιει νερό. Είχε δυο σταγόνες στις άκρες των χειλιών του. Δεν διψούσε.

Τρίτη, 6 Μαΐου 2008

Μ+Ζ+Ι+Ε [10]


...Αλλά μόνον αυτή. Μια φωνή απόκοσμη, στολισμένη με χρώματα ξεβαμμένα σχεδόν. Ένας αντίλαλος που χάθηκε πίσω
από το παραπέτασμα της λογικής.

- Τί έχεις; του είπε ο Νικήτας, και τον σκούντησε ελαφρά. Αφαιρέθηκες;

Μα ο Μέμνονας ήταν σε μια μορφή νιρβάνας. Έστρεψε το κεφάλι του και με το βλέμμα του έπιασε ένα κομμάτι χαρτί στο τραπεζάκι που πριν νόμιζε ότι είχε δει τη Ζωή. Σηκώθηκε με βήμα διστακτικό και κατευθύνθηκε προς τα εκεί. Κόσμος χόρευε γύρω του κι ένιωθε σαν να ήταν στο κέντρο μιας αρχέγονης τελετής ιθαγενών, των οποίων τα τραγούδια δεν καταλάβαινε και οι μελωδίες φθάναν παρθένες στα αυτιά του.

Έπιασε το χαρτί στα χέρια του. Πρόλαβε να δει τρία γράμματα πριν εξαφανιστούν και μείνει και πάλι λευκό. Α, Μ, Ω. Το Α χάθηκε από την αριστερή άνω γωνία της κόλλας, το Μ από το κέντρο της και το Ω από την δεξιά κάτω γωνία. Το δίπλωσε με φόβο στα ακροδάκτυλά του και το φύλαξε στην τσέπη του. Έφυγε δίχως να χαιρετήσει τον Νικήτα.

Μπήκε στο μετρό με σκοπό να γυρίσει σπίτι του, σε ένα χώρο που νόμιζε ότι ορίζει, για να βάλει τις σκόρπιες σκέψεις του σε μια τάξη, να προσπαθήσει να εξηγήσει αυτή την κοσμογονία που ένιωθε να συντελείται, κυρίως μέσα του. Μα οι λογισμοί, σμάρια αποδημητικών πουλιών που ψάχνουν καταφύγιο σε μέρη πιο ζεστά, πετάξαν νότια, στο χρυσό κέντρο της καρδιάς του. Δε μπορούσε να ξεχάσει τα πράσινα μάτια της, το ζωντανό σχεδόν δαχτυλίδι στο χέρι της. Γυάλιζαν και τα τρία, πίσω από το δικό του βλέμμα.

Έπρεπε να τη βρει. Μέχρι τώρα όμως τον έβρισκε εκείνη, όποτε εκείνη ήθελε. Αυτό έπρεπε να το αλλάξει.

Μηχανικά ξεδίπλωσε την λευκή κόλλα από την τσέπη του για να την κοιτάξει. Να την μελετήσει ίσως. Την κρατούσε ευλαβικά, σαν άγιο ύδωρ που το εναποθέτουν στην Ιερά Τράπεζα. Έκπληκτος είδε δύο λέξεις να σχηματίζονται στη στιγμή: ΕΡΧΟΜΑΙ. ΖΩΗ. Χάθηκαν μεμιάς, το ίδιο ξαφνικά που αόρατο χέρι τα σμίλεψε εφήμερα πάνω στο μαγικό χαρτί. Αυτός ήταν λοιπόν ο δίαυλος επικοινωνίας τους;

Αναρίγησε. Ηλεκτρισμός διαπέρασε το κορμί του στην αίσθηση του αγγίγματος. Περιμένοντας τη θεαματική της εμφάνιση, έπιασε το κινητό του και διαπίστωσε ότι δεν λειτουργούσε. Δεν ήταν απενεργοποιημένο όμως, απλά ήταν σαν να μην "έπιανε" τίποτα. Αυτόματα ανησύχησε για τους φίλους του. Σκέφτηκε, ή καλύτερα διαισθάνθηκε, ότι πλέον δεν μπορούσε να τους "διαβάσει" όπως πριν. Λες και οι κόσμοι τους ήταν παράλληλοι πια, και η τομή τους ολοένα και ξεμάκραινε.

Έφερε ξανά στο νου του το πρόσωπο της Ζωής. Καθάριο μα κι ανήσυχο. Ήρεμο μα και τρομαγμένο. Θυμήθηκε τις δυο στάλες ιδρώτα ανάμεσα στα λεπτοκαμωμένα φρύδια της. Κάτι σαν να έλαμπε μέσα τους. Χρυσή στερόσκονη φώτιζε τις υγρές μα και σαν απολιθωμένες σταγόνες που κυλώντας περνούσαν από τα ματοφλέφαρά της και γίνονταν ένα με τα ζεστά της δάκρυα.

Ξάφνου νιώθει το σώμα του να βρέχεται. Ένας χείμαρρος τον αρπάζει και ακαριαιά σχεδόν βρίσκεται στα υπόγεια τούνελ που ο ίδιος έσκαβε. Νιώθει ξανά την κόπωση στην πλάτη και στη μέση του, το αναψοκοκκίνισμα στα μάγουλά του, το υπόλοιπο της δύναμης στα μπράτσα του. Μύρισε το βρεγμένο έδαφος από πάνω του και σαν να άκουσε τα φυλλώματα του δάσους να θροίζουν. Ένα αεράκι σε χρώμα ξερής γης τον πλησίαζε από μακριά. Και τότε την είδε...

Μ+Ζ+I [9]

by Augusta Asberry


Άνοιξε τα μάτια του: στεκόταν στην αμμουδερή παραλία. Ο ήλιος ήταν απογευματινός κι ένα απαλό αεράκι ανακάτευε τα μαλλιά του. Πιο εκεί, δέκα δρασκελιές πιο εκεί, η Ζωή γονατισμένη, με την πλάτη της γυρισμένη προς το μέρος του έμοιαζε να σχεδιάζει επάνω στην άμμο. Φορούσε ένα ανάλαφρο φουστάνι στο χρώμα της άμμου, οι ώμοι της και ο λαιμός της ελεύθεροι, καθώς είχε τα μαλλιά της πιασμένα σε μια ψηλή αλογοουρά. Η καρδιά του κλώτσησε δυνατά στο στήθος του: αυτή η θέα του κορμιού της, έτσι μαζεμένο και συγκεντρωμένο με τα ελεύθερα μέρη του έκαναν δυνατότερο τον πόθο που ένιωθε να τον πλημμυρίζει. Ξυπόλητος άρχισε να πλησιάζει με γρήγορα αλλά ανάλαφρα βήματα. Μα καθώς έτρεχε άρχισε να χάνει το έδαφος από τα πόδια του, γινόταν όλο και πιο ανάλαφρος και άρχισε να ανυψώνεται. Ήθελε να τη φτάσει, μα με κάθε κίνηση ανέβαινε όλο και ψηλότερα στον ουρανό. -Ζωή μου! φώναξε και την είδε να χτυπά με δύναμη τα πόδια της και να τον ακολουθεί για να τον φτάσει. Καθώς ανέβαιναν ένας σεισμός άρχισε να συγκλονίζει το νησί τους. Ο Μέμνονας έσφιξε τρομαγμένος το χέρι της Ζωής. -Μη φοβάσαι! του είπε, το ξέρεις ότι τώρα πια τίποτε δεν θα είναι το ίδιο. Τα πράσινα μάτια της είχαν γίνει κεχριμπαρένια από τη λάμψη του βουβού μάγματος που έλαμπε στο βυθό του κρατήρα: η καρδιά του νησιού, το ηφαίστειο άχνιζε και οι ατμοί ανέβαιναν στήλες στήλες στον ουρανό. Μα η Ζωή δε φαινόταν να πτοείται και εκείνος αισθανόταν ξαφνικά ελεύθερος και δυνατός, είχε φτερούγες και πετούσε ψηλά από το νησί τους, στροβιλίζονταν πότε ακολουθώντας τα θερμά ρεύματα και πότε βουτώντας στο κενό. Και τότε ξέχασε το ηφαίστειο γιατί την είδε, μιαν απίστευτη πλημμυρίδα από νέφη που έτρεχαν επάνω στο ανάγλυφο του νησιού ακολουθώντας κάθε ορεινή πτυχή και κάθε υπερύψωση, μέχρι που χάθηκε όλη μέσα στον κρατήρα και ήταν σα να έβλεπε μια ταινία από το τέλος προς την αρχή και καθώς έψαξε το βλέμμα της Ζωής ένιωσε τον ήλιο να χάνεται πίσω από το σεληνιακό δίσκο… Σκοτοδίνη του ήρθε και άρχισαν οι παραισθήσεις, κοπάδια γκνου στο έδαφος που έτρεχαν με σμήνη αποδημητικών πτηνών, δυο ποτάμια το καθένα με το δικό του ρεύμα, και αυτό που αρχικά του είχε φανεί υποχθόνιο βουητό σεισμού να είναι ένα ολοένα και καθαρότερο τραγούδι μιας ζεστής γυναικείας φωνής, Ζωή; σκέφτηκε; Άνοιξε τα μάτια, είχε προσγειωθεί σε ένα ξέφωτο ενός πυκνού δάσους, εκεί η φωνή ακουγόταν όλο και πιο καθαρά. Άνοιξε τα μάτια: ήταν ξαπλωμένος –είχε πέσει;, αναρωτήθηκε- αλλά δεν πρόλαβε: Δερβίσσιδες χόρευαν μπροστά του, εκστασιασμένοι από το κυκλικό τραγούδι, που ακουγόταν ακατάπαυστα μια άναρθρη μελωδία που έμπαινε με στην καρδιά σου, έκσταση, σαν κι αυτή των πιστών σε ομαδική τελετή, βηματισμός πανάρχαιος και χοροί ιθαγενών, βήματα, δυνατά πέλματα γυμνά, ενωμένα με τη μάνα γη, φύλλα να μασιούνται, δέρματα βαμμένα, αυλοί προϊστορικοί, χέρια με ακόντια στα χέρια να λατρεύουν τον καταρράκτη, μάτια κρυμμένα στο σκοτάδι να τον παρατηρούν. Άνοιξε τα μάτια του, -αλήθεια, πόσες φορές ακόμη, πότε ονειρευόταν, πότε ήταν ξύπνιος;- μπροστά του η Ζωή να τραγουδάει, η φωνή της ήταν, η δική της.


ΥΓ Αυτό το απόσπασμα είναι αφιερωμένο στο yulunga των dead can dance

M+Z+I [8]

by Isabelle Vital

Ο Σπύρος ήταν ο ‘τρελός’ της παρέας, με την έννοια μάλλον του τρελού του ταρό. Πρωτοπόρος, χωρίς πολλά λόγια αλλά με καίριες και απρόσμενες πράξεις. Ήταν ο μόνος που δεν είχε ποτέ εκδηλώσει την παραμικρή φιλοδοξία για κάποιον κλάδο σπουδών ή μια συμβατική επαγγελματική απασχόληση. Είχε φύγει ξαφνικά για την Ινδία, ανακοινώνοντας το απλά το προηγούμενο βράδυ και είχε μείνει εκεί επί ένα περίπου χρόνο, δίνοντας το στίγμα του περίπου κάθε δυο μήνες μέσω e-mail. Κι ενώ όλοι περίμεναν με ανυπομονησία να τον δουν και να ακούσουν από το στόμα του τα όσα είχε περάσει, εκείνος τους αγκάλιασε, τους φίλησε, και τους είπε ένα απογοητευτικό «τίποτα το ιδιαίτερο, όπως παντού και εκεί». Κι όταν τον ρώτησαν γιατί κάθησε τόσο καιρό, τους απάντησε ότι δεν είχε κανένα ιδιαίτερο λόγο να επιστρέψει. Άλλωστε – επιτέλους κάτι σημαντικό έμαθαν – εκεί είχε συναντήσει τη γυναίκα της ζωής του.
Η Ελεονόρα, μαθηματικός, βοηθούσε εκεί σε ένα άσραμ, και με το που είδε τον Σπύρο κόλλησαν για τα καλά. Ψηλή, λεπτή σχεδόν ξερακιανή, με ένα βλέμμα απόσυρσης και ένα γλυκό πολύ γλυκό χαμόγελο, έγινε αμέσως αποδεκτή απ τη παρέα, γιατί, αν και λιγομίλητη, όποτε μιλούσε, ό,τι έλεγε ήταν πολύ ζεστό και μεστό και έκλεινε μέσα του πραγματικό ενδιαφέρον και αγάπη.
Η Φωτεινή ήταν παιδική φίλη της Ελεονόρας. Είχε ένα πρόβλημα στην ομιλία, αλλά αυτό δεν της στερούσε τίποτα από μια τρομερή θηλυκότητα, γεγονός που πάντα την έκανε επίκεντρο της προσοχής των αγοριών. Ο Στέλιος ήταν ο μόνιμος πολιορκητής της ή φίλος της ή γκόμενος της ή όλ’ αυτά μαζί, αλλά ποτέ δεν ήταν απόλυτα σαφές τι ακριβώς έπαιζε σ’ αυτή τη σχέση.
Ο Μέμνονας βιαζόταν γιατί είχε ραντεβού με τον Νικήτα. Βρέθηκαν σε ένα μπαράκι στα Κάτω Πετράλωνα. Ο Νικήτας άκουγε καλύτερα απ’ όλους. Συνήθως δεν έκρινε αυτά που άκουγε παρά μόνο αν του το ζητούσε ο άλλος, αλλά ακόμη και τότε η κρίση του ήταν μάλλον ένας χρησμός που ερμηνευόταν από τον συνομιλητή του κατά το δοκούν.
«Νικήτα, φοβάμαι. Αυτή η κοπέλα μπορεί να είναι σταθμός για μένα αλλά μπορεί και να με διαλύσει ολοσχερώς»
«Καλό αυτό»
«Ποιο δηλαδή;»
«Να σε ανεβάσει ή να σε διαλύσει. Και τα δυο είναι δημιουργικά σε τελική ανάλυση. Εγώ απεχθάνομαι τη στασιμότητα. Αλλά δεν είναι λίγο νωρίς να κρίνεις την όλη φάση».
«Το λες επειδή δεν την είδες και δεν την άκουσες τι μου έλεγε και με τι βλέμμα, γι αυτό… Θα με βρει μου είπε, άκου θα με βρει…»
«Πολύ απλό, αφού είναι φίλη της Ελένης».Και καθώς άρχισε να του διηγείται την σύμπτωση με το δαχτυλίδι με το χρυσό κάνθαρο, έστρεψε απότομα το βλέμμα του προς τα πίσω και την είδε καθισμένη στο πίσω τραπεζάκι – ήταν αυτή άραγε; - απορροφημένη να σχεδιάζει ένα περίεργο σχήμα.
«Ζωή» της φώναξε.Εκείνη δεν κουνήθηκε.
«Σύνελθε Μέμνο, παντού τη Ζωή βλέπεις».Όταν η κοπέλα σήκωσε το κεφάλι της και έστρεψε το βλέμμα της πάνω του, εκείνος με ιλιγγιώδη ταχύτητα πέρασε μέσα από θάλασσες και ωκεανούς και βρέθηκε και πάλι στο νησάκι του ονείρου του. Ήταν μόνοι τους. Αισθάνθηκε την ανάγκη επιτέλους να της εκμυστηρευτεί τον έρωτα του.

M+Z+I [7]

by Isabelle Vital

Το παρακάτω απόσπασμα είναι η συνδρομή του Ίκαρου. Ευτυχώς το είχα σωσμένο μαζί με τα υπόλοιπα, και έτσι η ιστορία μας δεν έχασε αυτόν τον ωραίο κρίκο. Βλέπετε, ο Ίκαρος ίσως να πετά πια κάπου αλλού στην μπλογκόσφαιρα, ίσως και όχι, αλλά προσωπικά θα μου λείπουν και τα φτερουγίσματα και οι πτώσεις του...


Stardustia



Τούτος ο χρυσός κάνθαρος με τα πράσινα ιριδίζοντα φτερά ήρθε και ολοκλήρωσε το παζλ των συμπτώσεων ανάμεσα σε εκείνα που είχε ζήσει στην υπερκόσμια εμπειρία του ο Μέμνονας και στα όσα διαδραματίζονταν εμπρός στα μάτια του. Καμιά συμπαντική συνομωσία δεν θα μπορούσε να τα έχει συνδυάσει όλα τόσο ταιριαστά, γεγονός που τον έκανε να σκεφτεί πως τελικά δεν μπορούσε να ήταν μια απλή σύμπτωση... Προσπάθησε ωστόσο να διώξει εκείνη τη στιγμή από το νου του κάθε σκέψη και να επικεντρωθεί στα τεκταινόμενα της παρέας, χωρίς βέβαια ιδιαίτερη επιτυχία. Και τότε, ανάμεσα στη σαν μουρμούρισμα μακρινό συζήτηση της Δέσποινας με την Ελένη για πράγματα που όσο και να προσπαθούσε δεν μπορούσε να διακρίνει, η φωνή της Ζωής έσπασε τη «σιωπή» σ ένα λόγο που έμελλε να τον συγκλονίσει περισσότερο από τις μέχρι στιγμή σκέψεις του: - Μέμνονα, πιστεύεις ότι οι άνθρωποι, όσο δεν αναζητούν την αρχέγονη αιτία της ύπαρξής τους σε τούτο τον πλανήτη, μπορούν να αντιληφθούν το νόημα της ζωής; Γιατί οι απαντήσεις βρίσκονται θαμμένες στο βαθύτερο σημείο του είναι τους κι αν δεν σκάψουν επίμονα, αν δεν αφαιρέσουν τα στρώματα της λήθης που επί αιώνες συσσωρεύονται, δεν πρόκειται ποτέ να ανακαλύψουν ούτε τον εαυτό τους αλλά ούτε και τους άλλους.Στο άκουσμα τούτων των σκέψεων ο Μέμνονας για κάμποση ώρα έμεινε να κοιτά τη Ζωή ανέκφραστος σαν στήλη άλατος. Και πάνω που τελικά κατόρθωσε να αρθρώσει ένα «τα ίδια σκέφτομαι κι εγώ...», αισθάνθηκε στο δεξί του χέρι το άγγιγμά της και ταυτόχρονα ένα κύμα να τον παρασέρνει και να τον πετά μέσα στους λαβύρινθους των ματιών της, να τον τινάζει ψηλά στο φως και το σώμα του βαρύ να ξαναπέφτει στο νερό, εκεί που η άμμος αντιπαλεύει την θάλασσα, και στο μέσο της αβύσσου τη Ζωή να θρηνεί το χαμό των παιδιών της και στο βάθος του οράματος τα καταπράσινα μάτια της Ζωής να του χαμογελάνε, για πρώτη φορά τόσο έντονα κι εκφραστικά.- Χαίρομαι που επιτέλους συναντώ κάποιον που σκέφτεται όπως κι εγώ, του χαμογέλασε, δείχνοντας να μην έχει καταλάβει τι είχε συμβεί. Ωστόσο διέκρινε στο μέτωπό της δυο στάλες ιδρώτα που δεν δικαιολογούνταν, μιας και είχε πια σουρουπώσει δροσίζοντας την ατμόσφαιρα. - Τι θα γίνει, θα πείτε σήμερα καμιά κουβέντα, ή θα τη βγάλετε έτσι στη μούγγα; ακούστηκε η φωνή της Δέσποινας, που τη συνόδευαν τα πνιχτά γελάκια της Ελένης.- Μάλλον θα πρέπει να φύγω, πετάχτηκε ο Μέμνονας, έχω ήδη αργήσει. Σηκώθηκε και αποχαιρέτησε την παρέα των κοριτσιών, αφήνοντας τελευταία τη Ζωή.- Θέλω να σε ξαναδώ, της ψιθύρισε. Για να την ακούσει να του απαντά «θα σε βρώ» με μια σταθερότητα και μια σιγουριά που τον έβαλαν για άλλη μια φορά σε σκέψεις..

M+Z [6]

by Isabelle Vital


Κατεβαίνοντας στο σταθμό του Θησείου ένιωσε ένα κάψιμο στον αυχένα του, βέλη μυτερά να τον τρυπάνε, μέσα από το πλήθος που τον ακολουθούσε προς την έξοδο ξεχώρισε δυο μάτια πρασινόχρυσα να ίπτανται προς το μέρος του. Ώσπου να καταλάβει σε ποιο πρόσωπο αντιστοιχούσαν, είχαν χαθεί και απέμεινε να στέκεται αναποφάσιστος. -«Βλέπω χωρίς να γνωρίζεστε συντονιστήκατε τέλεια» άκουσε τη γνώριμη γελαστή φωνή της Δέσποινας. Έκπληκτος κοίταξε προς τα αριστερά του, εκεί που του έδειχναν η Δέσποινα με την Ελένη γελώντας συνομωτικά. Δίπλα του έστεκε μια κοπέλα, αμίλητη: τα μακρυά μαλλιά της ήταν πλεγμένα σαν φωλιά στο πίσω μέρος του κεφαλιού της και τα μάτια της, καταπράσινα χρύσιζαν από κάποια εσωτερική φλόγα. Ήταν ντυμένη με ένα μακρύ καφέ φουστάνι, στο χρώμα της γης και στο λαιμό της είχε ένα λεπτό κολλιέ, φτιαγμένο από κάτι στρογγυλωπά, αστραφτερά βότσαλα… -«Ζωή;» άκουσε τον εαυτό του να την ρωτάει ξέπνοα. -«Νόμιζα ότι είναι δική μου φίλη», είπε πειραγμένη τάχα η Ελένη, όμως εκείνος ούτε που της έδωσε σημασία. -«Ναι, Μέμνονα, εγώ είμαι» απάντησε η Ζωή κοιτώντας τον βαθιά και σίγουρα μέσα στα μάτια και του έδωσε το χέρι της. Στο άγγιγμά του ένιωσε ξαφνικά όλη τη δύναμη της θηλυκής ουσίας, από τη μανιώδη σεξουαλικότητα μέχρι την απεριόριστη γονιμότητα. Λίγο ακόμη και θα έσκυβε στο στόμα της να το φιλήσει αν δεν άκουγε την Ελένη να λέει: -«Μέμνονα, τι δαχτυλίδι είναι αυτό;» Την κατάσταση την έσωσε η μονίμως ανυπόμονη Δέσποινα. Βαριόταν γενικώς όποτε δεν ήταν στο επίκεντρο των καταστάσεων και ασφυκτιούσε. Χώθηκε τσαχπίνικα ανάμεσα στο Μέμνονα και τη Ζωή και παίρνοντάς τους αγκαζέ, ήταν η καλομαθημένη της παρέας: εκείνη αποφάσιζε συνήθως για τα πάντα. Έτσι και τώρα, χωρίς να ρωτήσει τους πήγαινε στο αγαπημένο της στέκι νομίζοντας ότι καθόριζε τη ροή των γεγονότων. Καθισμένοι όλοι γύρω από το τραπέζι έπιναν ο καθένας αυτό που είχε παραγγείλει και συζητούσαν για διάφορα. Ο Μέμνονας, λιγομίλητος από πάντα, προσπαθούσε με κόπο να κρατηθεί στη συζήτηση, τα μάτια του σκάλωναν συνεχώς επάνω στα μάτια της Ζωής, και κάθε τόσο, όταν εκείνη χειρονομούσε καθώς μιλούσε, περίμενε ότι θα σήκωνε τις παλάμες της στο ύψος του προσώπου της και ότι θα τις χτυπούσε κοφτά δυο φορές. Περίμενε να ζωντανέψει το κολλιέ που φορούσε και χρυσοπράσινοι κάνθαροι να αρχίσουν να πετούν, φτιάχνοντας ένα φωτοστέφανο γύρω από το κεφάλι της. -«Καλέ Δέσποινα» ξεχώρισε τη φωνή της Ελένης «κοίτα τι φοράει η Ζωή στο χέρι της.» Στη θέα του δαχτυλιδιού της ο Μέμνονας έμεινε άλαλος: το χέρι της κοσμούσε ένας χρυσός κάνθαρος.

M+Z [5]

by Isabelle Vital


Το μόνο στοιχείο που του θύμιζε το συμβάν με τη Ζωή ήταν αυτό το υπέροχο δαχτυλίδι που του είχε δωρίσει, ένα δαχτυλίδι χωρίς την παραμικρή πρόσμιξη, με μια φράση χαραγμένη, ‘ΟΙΝΑΙ’. Υπήρχε όμως και το αέρινο φιλί της στο στόμα του που άφηνε πάνω του όλη τη δύναμη της θηλυκής ουσίας, από τη μανιώδη σεξουαλικότητα μέχρι την απεριόριστη γονιμότητα. Ευτυχώς που υπήρχαν αυτά, αλλιώς πολύ γρήγορα θα θεωρούσε τη συνάντηση αυτή ως ένα ευγενή πόθο του που εκτυλίχθηκε στη φαντασία του. Τώρα όμως δεν είχε καμιά αμφιβολία. Επρόκειτο για τη μυστική ιέρεια που θα τον οδηγούσε στην αρχή των πραγμάτων, εκεί όπου το ηράκλειο δίλημμα της αρετής και της κακίας δεν είχε ακόμη γεννηθεί μες στο νου.
Κι ενώ όλ’ αυτά εκτυλίσσονταν μες στην αγκαλιά του Μορφέα, ακούστηκε το μοτίβο της 40ής Συμφωνίας του Μότσαρτ στο κινητό του. Είδε στην οθόνη το όνομα της Δέσποινας.
«Δέσποινα;»
«Έλα Μέμνονα, καλά πού χάθηκες; Είμαστε στο Θησείο με την Ελένη και σε θυμηθήκαμε. Σε λίγο θα ρθει κι η Ζωή»
«Δέσποινα, πόσο χαίρομαι που σ’ ακούω. Πόσο καλά έκανες που πήρες… Πω, πω, τι βύθισμα ήταν αυτό. Σαν να κοιμάμαι χρόνια. Θεέ μου αυτό δεν ήταν όνειρο, ήταν μια παράλληλη ζωή. Και μια και είπα ζωή, ποια είναι η Ζωή που ανέφερες πριν;»
«Μια φίλη της Ελένης, λίγο ονειροπαρμένο ούφο, αλλά πολύ καλή κοπέλα. Λοιπόν τα πολλά λόγια είναι φτώχεια. Θα ρθεις επιτόπου;»«Ναι, ντύνομαι κι έρχομαι. Έχω πολύ ανάγκη να δω κόσμο μετά απ’ αυτό το περίεργο ταξίδι μου. Τα λέμε. Γεια»«Άντε και γρήγορα. Γεια»
«Καλά τι περίεργο όνειρο ήταν αυτό», σκέφτηκε, «θα κάτσω μια στιγμή να γράψω τα βασικά, μη τα ξεχάσω. Δεν έχω δει πιο ολοκληρωμένη μορφή… η θεά Φύση σε όλη της τη μεγαλοπρέπεια. Κι όλη η αίσθηση που μου έχει αφήσει είναι πέρα για πέρα αληθινή. Αυτό που νοιώθω, όσο αφελές κι αν ακούγεται, είναι ότι κάτι έχει αλλάξει πια στη ζωή μου. Κι ότι θα βρω την άκρη, όσο δύσκολο έως αδύνατο κι αν είναι αυτό».
Αφού κατέγραψε όπως όπως τα κυριότερα σημεία έφυγε για το Θησείο. Στη διαδρομή σκεφτόταν τη μορφή της Ζωής και το απίστευτο χάρισμα που του είχε δώσει σ’ όλη τη διάρκεια του ονείρου. Μακάρι να διέθετε αυτό το χάρισμα και στο ξύπνιο του. Σκέφτηκε πως αυτά που ένοιωσε για τους φίλους του μπορεί να είχαν και σπέρματα αλήθειας. Αυτή η υποτιθέμενη βαρεμάρα του Νίκου ήταν πλέον συμβατή με κάποιες εκφάνσεις της συμπεριφοράς του, που πριν δεν μπορούσε να ερμηνεύσει κι η Λένα με το Γιώργο και το Δημήτρη, θα μπορούσαν όντως να είναι ένα εν δυνάμει τρίο. Όσο για τον ίδιο, τον άνθρωπο που είχε ξεχάσει το όνομα του, τέτοιο φιλί δεν είχε ξαναγευθεί και τέτοιο δαχτυλίδι δεν είχε ξαναδεί. Κι η φράση πάνω του, αυτός ο συνδυασμός του Διόνυσου με το ‘είναι’ ταίριαζε απόλυτα με την προαιώνια θεά που του το δώρισε, τη θεά που απ’ τη μια μεριά ρίζωνε στα βάθη της γης, κι απ’ την άλλη άγγιζε τ’ αστέρια τ’ ουρανού.

M+Z [4]

masks

Και τότε ξαναξύπνησε μέσα του η εικόνα του ακατοίκητου νησιού με την απέραντη παραλία, και τους πολλούς πολλούς σαν πιγκουίνους στριμωγμένους ανθρώπους με τους καφέ χιτώνες, μόνο που τώρα αναγνώριζε τα πρόσωπά τους, λες και στο μεταξύ είχαν μεγαλώσει, να ο Νίκος με τη Θάλεια, η Λένα με τον Γιώργο και τον Δημήτρη, η Ιωάννα με τον Νικήτα, ο Στέλιος με τη Φωτεινή, η Ελεονόρα με τον Σπύρο, τη Δέσποινα, την Ελένη, έναν έναν τους αναγνώριζε όλους, ακόμη κι αυτούς που ποτέ μέχρι τότε δεν είχε γνωρίσει, στροβιλιζόταν ανάμεσα στα σώματα και τις ψυχές τους, ενώ στα αυτιά του είχε ήδη αρχίσει να ακούγεται το ανατριχιαστικό σφύριγμα του κεραυνού που θα τους διαπερνούσε όλους σαν μια μακριά κόκκινη κλωστή και μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα θα τους μετέτρεπε σε λόφους άμμου. «Λοιπόν» του είπε η Ζωή καθώς οι χρυσοπράσινοι κάνθαροι επέστρεψαν και πάλι γύρω από τον λαιμό της, «ξέρεις ότι σου έχω εμπιστευτεί τα παιδιά μου». Την κοίταξε στα μάτια κι αυτά τώρα είχαν αποκτήσει ένα βαθύ μπλε χρώμα, λες και τα είχε φιλήσει ο Ποσειδώνας, «πρέπει να επιστρέψεις στις σήραγγες του νου σου, αυτές που βρίσκονται βαθιά μέσα στο αιώνιο σώμα μου, να σκάψεις κι άλλο, μέχρι που θα συναντήσεις τον σκελετό με το ένα λιγότερο πλευρό, εκεί κοντά του θα βρεις τα μέλη της συντρόφου του, με το δεξί χέρι να κρατά το απολιθωμένο μήλο, τότε θα ξέρεις ότι έχεις βρει την αρχή που τόσο σε κατατρέχει, το άλεφ του ανθρώπινου είδους, που πάντοτε με αψηφά και με προδίδει, εκεί θα πρέπει να βρεις την απάντηση για ό,τι ζητάς, εκεί θα βρεις το κλειδί που θα σώσει τα παιδιά μου, και σένα, από τον κεραυνό». Στην τελευταία λέξη ανατρίχιασε, η στιγμή που φοβόταν είχε φτάσει, η Ζωή ζητούσε τώρα το αντάλλαγμά της για το πικρό δώρο που του είχε χαρίσει… Δεν είχε ζητήσει εκείνος να μπορεί να διαβάζει τους άλλους, δεν είχε θελήσει να εξηγήσει τον κόσμο, όμως ποτέ δεν είχε αποδεχθεί και το γεγονός ότι όπως γεννιόμαστε χωρίς να το ζητήσουμε έτσι και γεννιόμαστε χωρίς να αναγνωρίζουμε πάντοτε την αποστολή μας. Κοίταξε τη Ζωή. Για άλλη μια φορά θαύμασε τη δύναμη που έρρεε ορμητική από την ήρεμη μα στέρεη μορφή της, το σαν φωλιά κεφάλι της, το γήινο φόρεμά της, τα χέρια που αγκάλιαζαν τα λόγια που είχε εκστομίσει και πετούσαν σαν πυγολαμπίδες ανάμεσα στα κλαδιά του κήπου. Έσκυψε και τον φίλησε στο στόμα. Ένα φιλί σαν πνοή ανέμου, όλα απάνω της θρόιζαν από έναν άνεμο που έπνεε μονάχα επάνω της. Γύρω γύρω νηνεμία και πάνω της ο Αίολος να της χαιδεύει το πρόσωπο, το σώμα, τη ματιά της… Ένιωθε μια ζήλεια, που το φιλί είχε επιδεινώσει. «Πήγαινε» του είπε, περνώντας στον αριστερό αντίχειρα ένα δαχτυλίδι.

M+Z [3]

african style

«Οτιδήποτε λειτουργεί στη φύση είναι υποταγμένο στη λογική της, μια λογική εντελώς διαφορετική από τη λογική του ανθρώπου. Η λογική της συνδέει ενοποιώντας, η λογική του ανθρώπου συνδέει διαχωρίζοντας. Ο άνθρωπος θεωρεί τον εαυτό του σαν μια μονάδα ανεξάρτητη από τη φύση, ενώ στην πραγματικότητα είναι ένα κύτταρο της που οι λειτουργίες του καθορίζονται από αναρίθμητους παράγοντες άγνωστους στη μερική αντίληψη του ανθρώπου. Ο άνθρωπος αδυνατεί να αποδεχθεί ότι γεννήθηκε και δεν αυτογεννήθηκε, όπως έπλασε συχνά στη φαντασία του για να ικανοποιήσει τον αυτάρεσκο εγωισμό του», σκεφτόταν ο Α.
Αυτήν έψαχνε, το ζωντανό μανδύα της φύσης, τη μυστική ιέρεια που θα τον οδηγούσε στην κατάφαση, την οποία τόσο διακαώς είχε ανάγκη. Είχε λησμονήσει για χάρη της ακόμη και το όνομα του. Θυμόταν μόνο το αρχικό του γράμμα, Μ, ένα γράμμα στη μέση περίπου του αλφαβήτου, που ίσως οριοθετούσε το μέτρο και τη μέση οδό, το ‘παν μέτρον άριστον’ των Ελλήνων ή την οκταπλή ατραπό του Βούδα. Εκείνος όμως ένιωθε ότι βρισκόταν στην αρχή, κι ήθελε να παραμείνει πάντα εκεί, όχι μόνο τότε, αλλά πάντα. «Όποιος ξεμακραίνει από την αρχή χάνεται», σκέφτηκε. «Η αρχή είναι η πραγματική ευτυχία, ο παράδεισος που είχαμε και τον απωλέσαμε χωρίς να φταίμε. Όλη μας η πορεία έχει τον χαρακτήρα της επιστροφής, με μοναδικό εργαλείο την ανάμνηση».
Κι έτσι διάλεξε το Α σαν όνομα του, το ελληνικό άλφα, το φοινικικό άλεφ, την αρχή της γλώσσας, την αρχή του λόγου.
Είχε σκάψει άπειρες σήραγγες στη γη του νου του κι όλες σκοπό είχαν την ανάδειξη του κενού. Με το χώμα τους τροφοδοτούσε τη θάλασσα που σαν αχόρταγη μήτρα ρουφούσε μέσα της την ύλη για να τη γεννήσει νεότερη.
Καθώς βρέθηκε μπροστά στη Ζωή, συνειδητοποίησε ότι η δύναμη της ήταν η ηρεμία της, βυθίστηκε στα μάτια της και εκσφενδονίστηκε με ορμή περνώντας με ορμή μες απ το φωτοστέφανο της σαν τους ακροβάτες που πηδούν μες από τα πύρινα στεφάνια.
Με τη δύναμη της Ζωής μπήκε στη ζωή των άλλων. Ο Νίκος σκεφτόταν ότι η σχέση του με τη Θάλεια είχε πάψει από καιρό να έχει ερωτική δυναμική. Πιεζόταν κοντά της αλλά δεν έβρισκε το θάρρος να της το πει.
Η Θάλεια ήταν θλιμμένη καθώς έβλεπε τον Νίκο να μην ενδιαφέρεται πια για αυτήν. Ίσως έπρεπε να ζήσουν για λίγο χωριστά για να δει ο καθένας τους τι ακριβώς αποζητά.
Ο Γιώργος κι ο Δημήτρης, φίλοι από παιδιά, βρέθηκαν στη λεπτότατη κατάσταση, να είναι ερωτευμένοι με την ίδια κοπέλα, τη Λένα, την αδελφή του Νίκου.
Η Λένα αρχικά αισθάνθηκε κολακευμένη, αλλά στη συνέχεια ήρθαν τα δύσκολα, καθώς έπρεπε να επιλέξει και γνώριζε ότι η οποιαδήποτε επιλογή ίσως να έφερνε και το τέλος μιας μακρόχρονης φιλίας. Εξ άλλου δεν ήθελε και να επιλέξει, προτιμούσε μια αύρα ερωτισμού παρά οποιαδήποτε πραγμάτωση.
Δεν τους παρακολουθούσε ο Α, είχε γίνει ο καθένας τους, καθώς η δύναμη της Ζωής τον έκανε σκιά βουτηγμένη σε οποιοδήποτε σώμα και ψυχή επιθυμούσε...

Δευτέρα, 5 Μαΐου 2008

M+Z [2]

by Moga




Βγαίνοντας από το νερό, έσταζε ολόκληρος. Μόλις εκείνη τη στιγμή κατάλαβε ότι είχε βουτήξει με τα ρούχα. Κοίταξε τριγύρω κι ανακάλυψε τα πέδιλά του που είχαν απομείνει εκεί στην άμμο. Έσκυψε και τα πήρε. Περπατούσε με τα ρούχα μισοστεγνωμένα κατά μήκος της παραλίας και σιγοψιθύριζε: «Κάθε κόκκος άμμου…» Σε κάθε το βήμα μουρμούριζε το ίδιο και το ίδιο. Καθώς οι πατούσες του μισοβυθίζονταν μέσα στους αμέτρητους κόκκους άμμου της παραλίας, άρχισε να αισθάνεται περίεργα: ψηλότερος, δυνατότερος… Και τότε κατάλαβε, ότι αυτό που είχε αισθανθεί ως αυτοπεποίθηση και σιγουριά, αυτό που είχε θεωρήσει δύναμη και εξουσία δεν ήταν παρά μια υποταγή, μια προδιαγεγραμμένη πορεία: τόση ώρα ακολουθούσε ένα φωτεινό μονοπάτι από κάτι στρογγυλωπά, αστραφτερά ζωντανά βότσαλα που τον οδηγούσαν… Το «μονοπάτι» είχε αφήσει πλέον τη θάλασσα, στο μεταξύ τα ρούχα του είχαν στεγνώσει και στα πόδια του φορούσε και πάλι τα πέδιλά του, και τον παρέσερνε στο δάσος με τα δαιδαλώδη τούνελ που είχε σκάψει ή που νόμιζε ότι είχε σκάψει… Κάτι περίεργο συνέβαινε στο μυαλό του. Ξαφνικά όλα γίνονταν ρευστά και δεν γνώριζε πια τι είχε συμβεί και τι όχι. Ανατρίχιασε. Το γνώριζε αυτό το απόμερο κομμάτι, εδώ που το δάσος τελείωνε και άρχιζε ένας αραιός ελαιώνας. Να και η ξερολιθιά, η στροφή του δρόμου και εκεί ξεχώριζε η σκεπή του σπιτιού της Ζωής. Η ζέστη κρατούσε ακόμη, αν και είχε αρχίσει να σουρουπώνει. Μόλις όμως έσπρωξε την αυλόπορτα και βρέθηκε στον κήπο, ένα δροσερό χάδι ανέμου τού ανακάτεψε τα μακρυά του μαλλιά. Η Ζωή στεκόταν στο βάθος δεξιά, ακίνητη, με φόρεμα στο χρώμα της ξερής γης. Έφτανε έως το έδαφος και φαινόταν λες και η Ζωή και η γη ήταν πλέον ένα. Από τις πτυχές του φύτρωναν χορταράκια και τόπους τόπους μυρμήγκια αναζητούσαν επάνω του σποράκια. Τα μακρυά μαύρα μαλλιά της ήταν πλεγμένα σαν φωλιά με τις μυτερές του άκρες να σαλεύουν, κλαδάκια στον άνεμο. «Ήρθες!» του είπε και τα μάτια της έγιναν ευθύς από μαύρα πρασινόχρυσα και αστραφτερά σαν το περιδέραιο που φορούσε: φτιαγμένο από κάτι στρογγυλωπά, αστραφτερά ζωντανά βότσαλα, κάτι του θύμιζε, το περιδέραιο αυτό, αλλά αδυνατούσε να βολέψει τις σκέψεις του, ήταν σκόρπιες και σπασμένες, χωρίς ειρμό. Τότε εκείνη σήκωσε τις παλάμες της στο ύψος του προσώπου της και τις χτύπησε κοφτά δυο φορές: αμέσως το περιδέραιο ζωντάνεψε και χρυσοπράσινοι κάνθαροι άρχισαν να πετούν, φτιάχνοντας ένα φωτοστέφανο γύρω από το κεφάλι της.

M+Z [1]

by Moga

[Ξεκινάμε με την zoe ένα συγγραφικό πείραμα με συνεχή εναλλαγή μεταξύ μας χωρίς καμία προ-συνεννόηση επί του περιεχομένου και της δομής. Όπως και να πάει, ακόμη και ημιτελές να μείνει, έχει το ενδιαφέρον των ζωντανών πραγμάτων, που χωρίς να έχουν κάποιο προορισμό τον εφευρίσκουν και αγωνίζονται με πάθος για την εκπλήρωση του]

Όλη μέρα έσκαβε ένα λάκκο που ξεκινούσε από ένα σημείο του δάσους και μέσα από μια υπόγεια διαδρομή οδηγούσε λίγα μέτρα πιο κει και πάλι στο φως. Χτες τα ίδια. Και προχτές. Δεκάδες μέρες τώρα, βδομάδας, μήνες, τα ίδια. Είχε ο κήπος γεμίσει από εκατοντάδες υπόγεια τούνελ, η λειτουργικότητα των οποίων παρέμενε ουσιωδώς άγνωστη.Σήμερα πια όμως είχε τελειώσει. Ένα δίκτυο από σκουληκότρυπες που θύμιζε την χωρο-χρονική επικοινωνία ανάμεσα στις λευκές και τις μαύρες τρύπες του Σύμπαντος, ήταν διαθέσιμο, αλλά για ποιους;Ο A, συγκινημένος πια από την ολοκλήρωση ενός έργου πολύπλοκου και απαιτητικού, εγκατέλειψε το δάσος και ξαναγύρισε στην πολύβουη πόλη. Οι υπόγειες σήραγγες του δάσους δεν διέφεραν και πολύ από τις υπόγειες διαδρομές της ψυχής του, στις οποίες αφέθηκε, αδυνατώντας να αντισταθεί.Σκέφτηκε το Νίκο, τη Θάλεια, το Γιώργο, το Δημήτρη, τη Λένα, και τόσους άλλους, των οποίων η ζωή διασταυρωνόταν ανεπάντεχα με τη δική του. Άλλοτε του έλειπαν, άλλοτε δεν ήθελε να δει κανέναν. Το παράξενο ήταν ότι ενώ όλοι αυτοί αποτελούσαν σημαντικά κομμάτια της ζωής του, ένα άλλο όνομα, μια άλλη λέξη αντηχούσε περισσότερο μες στο μυαλό του, Ζωή.Καθώς σκεφτόταν λοιπόν τη Ζωή, του ήρθε μια εικόνα.Μια απέραντη παραλία ενός νησιού ακατοίκητου, απέραντη από την άποψη ότι ήταν μόνο παραλία, χωρίς να διακόπτεται από τίποτα. Κατά τα άλλα ήταν μικρή σε έκταση, όπως μικρό ήταν και το νησί. Αυτή η απέραντη μα μικρή παραλία γέμισε ξαφνικά και ακαριαία από ανθρώπους που σαν πιγκουίνοι ήταν στριμωγμένοι ο ένας δίπλα στον άλλον. Όλοι φορούσαν ένα καφέ χιτώνα, στο μπροστινό μέρος του οποίου ήταν ζωγραφισμένο ένα πέος ή ένα αιδοίο, μάλλον για να δηλώνει το φύλο. Τα πρόσωπα είχαν μια αγγελική άφυλη διάσταση, θυμίζοντας ένα αγόρι ή ένα κορίτσι προεφηβικής ηλικίας. Σε μια στιγμή ένας κεραυνός έλαμψε μεταξύ ουρανού και γης και τους διαπέρασε όλους σαν μια μακριά κόκκινη κλωστή και μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα είχαν όλοι μετατραπεί σε λόφους άμμου.‘Κάθε κόκκος άμμου’, σκέφτηκε, ‘είναι μια σκέψη ή ένα συναίσθημα του κάθε ανθρώπου’.Σε λίγη ώρα φύσηξε ένας δυνατός παγερός αέρας που σήκωσε και διέλυσε τους αμμόλοφους, κι όλες αυτές οι σκέψεις και τα συναισθήματα άρχισαν να τον μαστιγώνουν ανελέητα. Δεν άντεχε κι έπεσε στη θάλασσα.‘Πρέπει επειγόντως να βρω τη Ζωή’, μονολόγησε ο A, έκανε ένα μακροβούτι, το τέλος του οποίου τον επανέφερε και πάλι στην πραγματικότητα.

Σάββατο, 3 Μαΐου 2008

a patchwork


Patchwork market by Moga
Εδώ και καιρό ο Markos the Gnostic, o Equilibrium και η Stardustia έχουμε ξεκινήσει μια ιστορία, όπου ο καθένας γράφει με τη σειρά του κι από ένα κομμάτι, χωρίς συνεννοήση ως προς το περιεχόμενο, παρά μονάχα ως προς τη σειρά. (Ένα φεγγάρι ο Icarus μας είχε συντροφέψει και αυτός με ένα υπέροχο απόσπασμα.)
Το εγχείρημα έχει πλάκα και ακόμη δεν έχει τελειώσει, αλλά καθώς ο καθένας δημοσιεύει το κομμάτι του στο μπλογκ του, η ανάγνωσή του έχει γίνει εξαιρετικά πολύπλοκη.
Γι αυτό και δημιουργήσαμε αυτόν τον χώρο, όπου θα αναδημοσιεύσουμε τα ήδη γραμμένα μέρη, και θα συνεχίσουμε να ανεβάζουμε τα επόμενα.
Κι ελπίζουμε και σε νέα άτομα που θα προστεθούν, ή και σε άλλες παράλληλες ιστορίες, προκειμένου στο τέλος να δημιουργηθεί ένα τεράστιο, πολύχρωμο patchwork.
Καλώς ήρθατε....