Τρίτη, 29 Ιουλίου 2008

Μ+Ζ+Ι+Ε+Δ+Β [19]

Κι όμως δεν ήταν ο Νικήτας. Είχε έρθει ο Στέλιος να δει τον Μέμνονα, και μη βρίσκοντας τον στο διαμέρισμα του, σκέφτηκε να χτυπήσει στον Φίλιππο.
Σε λίγο κάθονταν κι οι τρεις στο μπαλκόνι.
- Σας έκοψα, μάλλον. Έτσι νιώθω.
- Όχι, είχα κάτι αρχίσει να διηγούμαι στον Φίλιππο, αλλά ήρθες στο κρίσιμο σημείο, ακόμη δεν είπα τίποτα.
Κι ενώ πήγε να ξεκινήσει, κόμπιασε γιατί είδε δυο δάκρυα στα μάτια του Στέλιου.
- Τι έγινε ρε φίλε; Τι έχεις;
- Άσε, μαλακίες, τι να σας τα πρήζω τώρα;
- Έλα ρε, λέγε.
- Η Φωτούλα τάχει με άλλον.
Έπεσε σιωπή. Μετά από λίγο, κάποιες ασύνταχτες φράσεις ανακατεμένες με λυγμούς, έκαναν φανερή την απαίσια φάση που περνούσε ο φίλος τους.
- Καλά είναι δυνατόν; Δεν κατάλαβε τίποτα; Είναι δυνατόν να μπει άλλος στην αγκαλιά της; Εγώ τι είμαι; Μάλλον όλα ήταν στο μυαλό μου, ε;
Μετά πάλι σιωπή.
- Πολλοί έρωτες μαζί, ψιθύρισε ο Νικήτας, υπονοώντας τον Φίλιππο, τον Στέλιο, αλλά κυρίως τον Μέμνονα.
- Τι να σου πω ρε Στέλιο. Η Φωτούλα είναι καλό παιδί. Φάση της είναι και θα περάσει. Είμαι βέβαιος ότι μετά από κάποιο διάστημα θα είστε πάλι μαζί.
- Και ποιος σου πω ότι εγώ το θέλω πια, μουρμούρισε ο Στέλιος, χωρίς να μπορεί να πείσει κανένα μας. Για πες ρε Μέμνο τα δικά σου, μπας και αλλάξω κι εγώ παραστάσεις.

Τι να πει ο Μέμνονας. Επανέφερε στη μνήμη του τη σκηνή. Αλλά δεν μπορούσε να βγάλει άκρη κατά πόσο αυτά που θυμόταν ήταν απόλυτα ακριβή.
- Μήπως με συγχέεις με άλλον; την ρώτησα.
- Δηλαδή είσαι μόνο ένας; μου ανταπάντησε εξίσου αινιγματικά. Ή μήπως νομίζεις ότι εγώ είμαι μόνο μια;
- Ποια άλλη είσαι λοιπόν εκτός από τη Ζωή;
- Μια κοπέλα δίπλα στην τάφρο του κάστρου. Επί μέρες προσμένω να γυρίσει ο αγαπημένος μου. Αυτός όμως δεν εμφανίζεται ποτέ. Με φωνάζουν τρελή γιατί δεν τρώω, μόνο περιμένω. Με φωνάζουν μάγισσα γιατί ρωτάω τα πουλιά και τα ψάρια για τον αγαπημένο μου. Με φωνάζουν πουτάνα, γιατί κατεβάζω το φουστάνι μου για να δείξω τα στήθη μου σ’ αυτόν που προσμένω και δεν έρχεται. Είμαι τρελή, ναι, για εκείνον. Είμαι μάγισσα, ναι, για εκείνον. Είμαι πoυτάνα, ναι, για εκείνον. Και δεν είμαι μόνο αυτή. Είμαι κι η κοπέλα της δροσιάς, αυτή που ξυπνά λίγο πριν το πρωινό για να αφουγκραστώ τις στάλες της δροσιάς που πέφτουν πάνω στα φύλλα. Τις αγαπάω αυτές τις στάλες. Μου τις στέλνει ο θεός μου. Είμαι ερωτευμένη με τον θεό μου. Έχει καστανά διαπεραστικά μάτια, καρφωμένα πάντα πάνω μου. Και δεν είμαι μόνο αυτή. Είμαι η Σίβυλλα, η Κυμαία Σίβυλλα που δίνω χρησμούς μες απ’ την κίνηση των γραμμάτων, που τα φυσά ο αγέρας και τα κάνει λέξεις και φράσεις. Μόνο που οι χρησμοί είναι μόνο για τους ερωτευμένους, και πάντα μου φέρνουν θλίψη και κανείς δεν τους ακολουθεί. Και δεν είμαι μόνο αυτή… Εσύ όμως θυμάσαι στ αλήθεια ποιος είσαι;

Πέμπτη, 17 Ιουλίου 2008

Μ+Ζ+Ι+Ε+Δ+Β [18]


Του άρεσε να ξαπλώνει στον καναπέ με το αριστερό του χέρι για μαξιλάρι, μέχρι που μούδιαζε και αναγκαζόταν να χρησιμοποιήσει το δεξί. Έμενε εκεί χαζεύοντας το κομμάτι ουρανού που του επέτρεπε να κοιτάζει η τέντα. Του άρεσε να βλέπει τα δυο κοριτσάκια του να παίζουν στο ξύλινο πάτωμα ενώ η Αθανασία έκλεβε λίγα λεπτά να μελετήσει τις κλίμακες στο πιάνο της, πριν μαγειρέψει την σπεσιαλιτέ της με ζυμαρικά και λαχανικά. Λάτρευε και τις τρεις γυναίκες του, όπως τις αποκαλούσε ο Θανάσης.

Η Μυρτώ ήταν μικρότερη από τις δυο κόρες του και λίγο πιο ατίθαση. Ήθελε πάντα να κερδίζει στα πρωτότυπα παιχνίδια τους και θύμωνε όταν δεν τα κατάφερνε. Της άρεσε να κοιτάζει στην τηλεόραση ξένες ταινίες κι ας μην καταλάβαινε λέξη κι ας μην ήξερε καλά καλά ανάγνωση ακόμα. Όταν την ρωτούσαν τι θέλει να γίνει όταν μεγαλώσει, απαντούσε με σκέρτσο ότι θέλει να φτιάχνει κούκλες., προκαλώντας τα χαμόγελα στους γύρω. Εκείνη θύμωνε και έφευγε.

Όταν τελικά… μεγάλωσε έγινε δημοσιογράφος. Τώρα παρουσιάζει μουσική εκπομπή στο ραδιόφωνο.

Η μεγαλύτερη αδερφή της από μικρή της άρεσε να περνάει αρκετό χρόνο μπροστά στον καθρέφτη. Αρκετές φορές την είχαν πιάσει η γονείς της να μιλάει τον εαυτό της, πράγμα που είχε αρχίσει να τους ανησυχεί. Όταν την ρωτούσαν σε ποιον μιλάει εκείνη χαμογελούσε κρυφά και δεν τους απαντούσε. Είχε μάθει να διαβάζει από πολύ μικρή και στο σχολείο μια δασκάλα είχε πει στην Αθανασία ότι πρόκειται για ένα πανέξυπνο παιδί. Την ημέρα που ο μπαμπάς της, της πήρε δώρο την «Αλίκη στην χώρα των θαυμάτων», του χάρισε ένα χαμόγελο ευτυχίας. Αργότερα ξεκίνησαν τα παιχνίδια με τον καθρέφτη. Όταν την ρωτούσαν τι θέλει να γίνει όταν μεγαλώσει, απαντούσε «Αλίκη», κι όλοι νόμιζαν ότι θέλει να γίνει ηθοποιός…

Η Ζωή μεγάλωσε κι έφυγε στο εξωτερικό να σπουδάσει βιολογία. Ενώ βρισκόταν στο τελευταίο έτος γνώρισε έναν άνθρωπο που έμελλε να της αλλάξει την ζωή. Ήταν συμφοιτητής της και με αρκετά υψηλό δείκτη νοημοσύνης, όπως κι εκείνη. Ένα βράδυ σε ένα υπόγειο εργαστήριο φιλήθηκαν για πρώτη φορά. Ακριβώς εκείνη την στιγμή αποφάσισαν να φύγουν από το Βέλγιο και να παρατήσουν μια διαφαινόμενη σπουδαία καριέρα. Μπήκαν στον σκαραβαίο της και πέρασαν τα σύνορα για Γαλλία.

Έμειναν έναν χρόνο εκεί. Δούλευαν σε έναν περιφερόμενο θίασο σαν κομπάρσοι αλλά δεν τους ένοιαζε. Αρκεί που ήταν μαζί. Στην Ελλάδα δεν γύρισαν όμως μαζί. Ένα βράδυ εκείνος βγήκε για μια βόλτα στο ποτάμι και δεν ξαναγύρισε.

Λίγους μήνες αργότερα επέστρεψε στο Βέλγιο και τελείωσε τις σπουδές της. Τις νύχτες που η μοναξιά της αγκύλωνε τις αισθήσεις έπαιρνε τηλέφωνο τον Αθανάσιο και την Αθανασία, όπως τις άρεσε να τους αποκαλεί. Στα κρυφά άκουγε την αδερφή της στο ραδιόφωνο, αλλά δεν της το έλεγε. Την αγαπούσε όμως και της έλειπε. Στο αεροπλάνο του γυρισμού γνώρισε την Ελένη. Τις χώριζε ο διάδρομος της έβδομης σειράς.

Κράτησε μονάχα μια φωτογραφία του.

Έμεινε για λίγο καιρό με τους γονείς της κι ύστερα νοίκιασε το δικό της σπίτι. Ένα σπίτι όπως το ήθελε. Με αυλή. Έγραφε παραμύθια και δούλευε σαν κλόουν σε παιδικά πάρτι.


Όπως στεκόταν επάνω στο ξύλινο πάτωμα, ιδρωμένη με γρήγορες αναπνοές, θυμήθηκε όταν ήταν μικρή και έπαιζαν με την Μυρτώ. Θυμήθηκε και τον πατέρα της στον καναπέ και την μητέρα της στο πιάνο. « Θα πάω να τους δω», σκέφτηκε. Θα πάρω το πρώτο τρένο αύριο το πρωί.


Ο Μέμνονας καθόταν στο μπαλκόνι με τον Φίλιππο και έλεγαν ιστορίες από τον στρατό. Τις βαριόντουσαν και οι δύο αυτές τις κουβέντες μα τρόμαζαν το παραδεχτούν ο ένας στον άλλον. Ευτυχώς που υπήρχαν και τα μπισκότα. Σε λίγο θα ερχόταν και ο Νικήτας. Ο Μέμνονας δεν μίλησε σε κανέναν για τις στιγμές με την Ζωή. Ήθελε να τις κρατήσει μονάχα για εκείνον ή μήπως δεν ήξερε τι να πει; Μέσα στο μυαλό του τριγύριζαν συγκεχυμένες εικόνες. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι του συνέβαινε. Ψελλίζοντας ήρθε να το συνταράξει για ακόμα μια φορά η σκηνή που διαδραματίστηκε την ώρα που σηκώθηκαν από το κρεβάτι. Ο Φίλιππος τον άκουσε. «Πες μου τι συμβαίνει φίλε». Ο Μέμνονας άναψε τσιγάρο, τράβηξε μια δυνατή ρουφηξιά και οι λέξεις ξεγλίστρησαν… Ήταν σαν να το ξαναζούσε.


Σηκώθηκε κι έκατσε στην άκρη του κρεβατιού. Δεν χόρταινε να την χαζεύει. Τον σαγήνευε. Ναι. Αυτή ήταν ή σωστή λέξη… μάλλον. Πήρε τα πόδια της στα χέρια του κι έμεινε να τα χαϊδεύει.

-Μέμνονα, σήκω, πάμε. Θέλω να σου δείξω κάτι.
-Όχι ας μείνουμε λίγο ακόμα εδώ, έτσι.
-Θα ξαναγυρίσουμε. Τώρα που σε ξαναβρήκα δεν έχω σκοπό να σε αφήσω να φύγεις.
-Με ξαναβρήκες;
-Δως μου το χέρι σου μικρέ μου αρλεκίνε…


-Γιατί με αποκάλεσε έτσι; Γιατί πάγωσα εκείνη την στιγμή που το άκουσα; Γιατί;
-Μέμνονα, περίμενε λίγο, δεν ακούς που σου μιλάω; Ήρθε ο Νικήτας πάω να του ανοίξω.