Πέμπτη, 17 Ιουλίου 2008

Μ+Ζ+Ι+Ε+Δ+Β [18]


Του άρεσε να ξαπλώνει στον καναπέ με το αριστερό του χέρι για μαξιλάρι, μέχρι που μούδιαζε και αναγκαζόταν να χρησιμοποιήσει το δεξί. Έμενε εκεί χαζεύοντας το κομμάτι ουρανού που του επέτρεπε να κοιτάζει η τέντα. Του άρεσε να βλέπει τα δυο κοριτσάκια του να παίζουν στο ξύλινο πάτωμα ενώ η Αθανασία έκλεβε λίγα λεπτά να μελετήσει τις κλίμακες στο πιάνο της, πριν μαγειρέψει την σπεσιαλιτέ της με ζυμαρικά και λαχανικά. Λάτρευε και τις τρεις γυναίκες του, όπως τις αποκαλούσε ο Θανάσης.

Η Μυρτώ ήταν μικρότερη από τις δυο κόρες του και λίγο πιο ατίθαση. Ήθελε πάντα να κερδίζει στα πρωτότυπα παιχνίδια τους και θύμωνε όταν δεν τα κατάφερνε. Της άρεσε να κοιτάζει στην τηλεόραση ξένες ταινίες κι ας μην καταλάβαινε λέξη κι ας μην ήξερε καλά καλά ανάγνωση ακόμα. Όταν την ρωτούσαν τι θέλει να γίνει όταν μεγαλώσει, απαντούσε με σκέρτσο ότι θέλει να φτιάχνει κούκλες., προκαλώντας τα χαμόγελα στους γύρω. Εκείνη θύμωνε και έφευγε.

Όταν τελικά… μεγάλωσε έγινε δημοσιογράφος. Τώρα παρουσιάζει μουσική εκπομπή στο ραδιόφωνο.

Η μεγαλύτερη αδερφή της από μικρή της άρεσε να περνάει αρκετό χρόνο μπροστά στον καθρέφτη. Αρκετές φορές την είχαν πιάσει η γονείς της να μιλάει τον εαυτό της, πράγμα που είχε αρχίσει να τους ανησυχεί. Όταν την ρωτούσαν σε ποιον μιλάει εκείνη χαμογελούσε κρυφά και δεν τους απαντούσε. Είχε μάθει να διαβάζει από πολύ μικρή και στο σχολείο μια δασκάλα είχε πει στην Αθανασία ότι πρόκειται για ένα πανέξυπνο παιδί. Την ημέρα που ο μπαμπάς της, της πήρε δώρο την «Αλίκη στην χώρα των θαυμάτων», του χάρισε ένα χαμόγελο ευτυχίας. Αργότερα ξεκίνησαν τα παιχνίδια με τον καθρέφτη. Όταν την ρωτούσαν τι θέλει να γίνει όταν μεγαλώσει, απαντούσε «Αλίκη», κι όλοι νόμιζαν ότι θέλει να γίνει ηθοποιός…

Η Ζωή μεγάλωσε κι έφυγε στο εξωτερικό να σπουδάσει βιολογία. Ενώ βρισκόταν στο τελευταίο έτος γνώρισε έναν άνθρωπο που έμελλε να της αλλάξει την ζωή. Ήταν συμφοιτητής της και με αρκετά υψηλό δείκτη νοημοσύνης, όπως κι εκείνη. Ένα βράδυ σε ένα υπόγειο εργαστήριο φιλήθηκαν για πρώτη φορά. Ακριβώς εκείνη την στιγμή αποφάσισαν να φύγουν από το Βέλγιο και να παρατήσουν μια διαφαινόμενη σπουδαία καριέρα. Μπήκαν στον σκαραβαίο της και πέρασαν τα σύνορα για Γαλλία.

Έμειναν έναν χρόνο εκεί. Δούλευαν σε έναν περιφερόμενο θίασο σαν κομπάρσοι αλλά δεν τους ένοιαζε. Αρκεί που ήταν μαζί. Στην Ελλάδα δεν γύρισαν όμως μαζί. Ένα βράδυ εκείνος βγήκε για μια βόλτα στο ποτάμι και δεν ξαναγύρισε.

Λίγους μήνες αργότερα επέστρεψε στο Βέλγιο και τελείωσε τις σπουδές της. Τις νύχτες που η μοναξιά της αγκύλωνε τις αισθήσεις έπαιρνε τηλέφωνο τον Αθανάσιο και την Αθανασία, όπως τις άρεσε να τους αποκαλεί. Στα κρυφά άκουγε την αδερφή της στο ραδιόφωνο, αλλά δεν της το έλεγε. Την αγαπούσε όμως και της έλειπε. Στο αεροπλάνο του γυρισμού γνώρισε την Ελένη. Τις χώριζε ο διάδρομος της έβδομης σειράς.

Κράτησε μονάχα μια φωτογραφία του.

Έμεινε για λίγο καιρό με τους γονείς της κι ύστερα νοίκιασε το δικό της σπίτι. Ένα σπίτι όπως το ήθελε. Με αυλή. Έγραφε παραμύθια και δούλευε σαν κλόουν σε παιδικά πάρτι.


Όπως στεκόταν επάνω στο ξύλινο πάτωμα, ιδρωμένη με γρήγορες αναπνοές, θυμήθηκε όταν ήταν μικρή και έπαιζαν με την Μυρτώ. Θυμήθηκε και τον πατέρα της στον καναπέ και την μητέρα της στο πιάνο. « Θα πάω να τους δω», σκέφτηκε. Θα πάρω το πρώτο τρένο αύριο το πρωί.


Ο Μέμνονας καθόταν στο μπαλκόνι με τον Φίλιππο και έλεγαν ιστορίες από τον στρατό. Τις βαριόντουσαν και οι δύο αυτές τις κουβέντες μα τρόμαζαν το παραδεχτούν ο ένας στον άλλον. Ευτυχώς που υπήρχαν και τα μπισκότα. Σε λίγο θα ερχόταν και ο Νικήτας. Ο Μέμνονας δεν μίλησε σε κανέναν για τις στιγμές με την Ζωή. Ήθελε να τις κρατήσει μονάχα για εκείνον ή μήπως δεν ήξερε τι να πει; Μέσα στο μυαλό του τριγύριζαν συγκεχυμένες εικόνες. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι του συνέβαινε. Ψελλίζοντας ήρθε να το συνταράξει για ακόμα μια φορά η σκηνή που διαδραματίστηκε την ώρα που σηκώθηκαν από το κρεβάτι. Ο Φίλιππος τον άκουσε. «Πες μου τι συμβαίνει φίλε». Ο Μέμνονας άναψε τσιγάρο, τράβηξε μια δυνατή ρουφηξιά και οι λέξεις ξεγλίστρησαν… Ήταν σαν να το ξαναζούσε.


Σηκώθηκε κι έκατσε στην άκρη του κρεβατιού. Δεν χόρταινε να την χαζεύει. Τον σαγήνευε. Ναι. Αυτή ήταν ή σωστή λέξη… μάλλον. Πήρε τα πόδια της στα χέρια του κι έμεινε να τα χαϊδεύει.

-Μέμνονα, σήκω, πάμε. Θέλω να σου δείξω κάτι.
-Όχι ας μείνουμε λίγο ακόμα εδώ, έτσι.
-Θα ξαναγυρίσουμε. Τώρα που σε ξαναβρήκα δεν έχω σκοπό να σε αφήσω να φύγεις.
-Με ξαναβρήκες;
-Δως μου το χέρι σου μικρέ μου αρλεκίνε…


-Γιατί με αποκάλεσε έτσι; Γιατί πάγωσα εκείνη την στιγμή που το άκουσα; Γιατί;
-Μέμνονα, περίμενε λίγο, δεν ακούς που σου μιλάω; Ήρθε ο Νικήτας πάω να του ανοίξω.

3 σχόλια:

Albus Genius είπε...

Όλη η ιστορία δοσμένη με τρυφερότητα και αξιπρόσεχτη γραφή μου θύμισε στο τέλος τον κυνισμό της ελληνικής παροιμίας, "στις εννιά του μακαρίτη άλλον έβαλε στο σπίτι" που σημαίνει απλά ότι η ζωή προχωράει,"αλί στο φουκαρά που πέθανε και πάει". Στη σκηνή του κρεβατιού την επίσης κυνική παροιμία" Η χήρα σαν παντρεύεται στο στρώμα είναι δασκάλα".΄Ολα αυτά ντυμένα με ένα πολυ ωραίο ρούχο συναισθημάτων. Εξάλλου με τα ρούχα οι περισσότεροι ξεχωρίζουμε ο ένας τον άλλον.

markos-the-gnostic είπε...

κι εγώ πάλι νομίζω ότι αυτό το σχόλιο δεν έχει καμιά σχέση με το ύφος και το περιεχόμενο της ιστορίας

Albus Genius είπε...

΄Ισως γιατί κρατούσες ως έκπληξη τη συνέχεια και φυσικά έχεις δίκιο. Μα συνήθως κρίνεις αυτό που διαβάζεις όχι αυτό που συνεχίζεται στο μυαλό του δημιουργού.