Δευτέρα, 23 Ιουνίου 2008

Μ+Ζ+Ι+Ε+Δ+Β [17]


Η Ζωή βημάτιζε ακατάπαυστα: στους αστραγάλους της φορούσε κουδουνάκια και με κάθε της βήμα, έμοιαζε να οπτικοποιεί μια μαγνητική δυναμική γραμμή ενός πεδίου του οποίου το κέντρο είχε γίνει τώρα το σπίτι της.

Είχε και πάλι τα μαλλιά της πιασμένα έτσι, λες και κάποιο πουλί είχε χτίσει τη φωλιά του επάνω στο κεφάλι της, για να την εγκαταλείψει στη συνέχεια για τόπους άλλους μακρινούς, ενώ στο σώμα, χωρίς τη κτητική λέξη "της", μιας και το είχε δωρίσει πλέον στον Μέμνονα τον εξερευνητή της πυκνής και θερμή της ζούγκλας, είχε ρίξει ένα ελαφρύ σχεδόν διάφανο ύφασμα που ριγούσε σε κάθε της κίνηση.

Καθώς περπατούσε, σε κατάσταση μυστηριακής έκστασης, οι τοίχοι άρχισαν να πετούν μύτες πράσινες, δειλά λεπτά κλαδάκια, που σιγά σιγά άπλωναν σε ολόκληρη την επιφάνειά τους, τα κλαδάκια άρχισαν να γεμίζουν μικρά στενά φύλλα, ελάχιστες παλάμες με δαχτυλοειδείς απολήξεις, μακρυά σύνθετα χρυσοκίτρινα άνθη, ώριμα τσαμπιά εξωτικών σταφυλιών, πάσης φύσεως πουλιά και μικρόσωμα ζώα, μια μικρή Μαγαδασκάρη, ένα κλειστό αύταρκες οικοσύστημα, γεμάτο από φωνές, μυρωδιές, χρώματα, χυμούς, ένταση και ζωή: μικρόσωμοι λέμουροι κάττα, κυνηγιόντουσαν με κάποιους καφετιούς μακί αποφεύγοντας μια πεινασμένη φόσσα, που την είχαν ξεγελάσει οι ακίνητοι χαμαιλέοντες, ενώ πλήθος πουλιών ζευγάρωναν κρυμμένα στις φυλλωσιές...

Ήταν λες και την είχαν γυρίσει από την ανάποδη, ρούχο που τώρα φαίνονταν οι ραφές, όλος ο πόθος, η ηδονή, η γλύκα, ο παροξυσμός, τα συναισθήματα, οι σκέψεις και οι εικόνες της προηγούμενης ένωσής της με τον Μέμνονα, αποτυπωνόταν τώρα -τοιχογραφία ζώσα- μέσα στο σπίτι της.

Ξαφνικά ένα από τα σύνθετα μπουμπούκια ξεκόλλησε, λες, από το κλαδί του, και άρχισε να αιωρείται, χωρισμένο στα μέρη του, σαν χρυσοκίτρινο σμήνος μέσα στο χώρο: στριφογύριζε και ζυγιζόταν, έψαχνε τη θέση του στο πεδίο, εκεί που οι δυνάμεις του σταθεροποιούνταν. Καθώς περιστρεφόταν όλο και πιο γρήγορα σχηματίστηκε ένα υπέροχο φωτεινό στεφάνι, ένα δαχτυλίδι κοσμικό που ακτινοβολούσε, και κάθε ακτίνα του κατέληγε σε κάτι που έμοιαζε με ανκχ, το αιγυπτιακό σύμβολο της ζωής.

Η Ζωή είχε σταματήσει ακριβώς από κάτω από το γιγάντιο φωτοστέφανο, ένα αιωρούμενο τσέρκι, που σφύριζε και πάλλονταν. Τα πόδια της απέκτησαν την οριστική ακινησία λεπτών όμορφων κορμών, τα δάχτυλά της ήταν ένα με το ξύλινο δάπεδο, το γεμάτο χώμα και χορταράκια, χαμηλούς θάμνους και ζουζούνια, μα τα κουδουνάκια δονούνταν ακατάπαυστα εντείνοντας την ένταση του βουητού.

Με σηκωμένο το κεφάλι έβλεπε μέσα από το χρυσοκίτρινο περίγραμμα, έναν άλλον κόσμο, αστρικό και σκοτεινό, ένα πυκνό βελούδινο μαύρο που μέσα του γαλάζιες και ρόδινες αστραπές σχημάτιζαν φωτεινές μονοκοντυλιές: ήταν Ο Μέμνονας και ο κόσμος του, η Ζωή και ο δικός της, δύο πόλοι σε έναν μαγνήτη, απαραίτητοι ο ένας στον άλλο, συμπληρωματικοί.

Και τότε, έχοντας φτάσει στο ανώτατο σημείο έκστασης και προσμονής, η Ζωή κατέρρευσε και μαζί της το φωτοστέφανο, και όλο το μικρό της οικοσύστημα: κύμα που ορθώθηκε βουνό και ξεχύνεται ξέφρενο επάνω στα βράχια.

----

Άνοιξε τα μάτια της, ήταν ξαπλωμένη στο κέντρο του καθιστικού της, από κάτω της η γνώριμη αίσθηση του ξύλινου δαπέδου.
Την είχε πιάσει πάλι μια από εκείνες τις κρίσεις.

4 σχόλια:

markos-the-gnostic είπε...

ωραία βρίθουμε πλέον από κόσμους και πεδία

Stardustia είπε...

χε, χε...

Άρρωστη Ερινύς είπε...

Πολύχρωμες λέξεις,όμορφη περιγραφή. Χάθηκα για λίγο...

Γενικά είναι όμορφα εδώ..
Θα ξαναπεράσω.

Να'στε καλά!

Stardustia είπε...

με το καλό να ξαναπεράσεις...
καλώς ήρθες και από τα μέρη μας...