Παρασκευή, 13 Ιουνίου 2008

M+Z+I+E+Δ [15]

Το σώμα του είχε διεγερθεί στο έπακρο. Αλλά δεν ήταν το σώμα από μόνο του, ήταν ένας χρωματιστός πόθος στο βάθος βάθος της ψυχής του, της καρδιάς του, των χεριών του, των ποδιών του, όλων του. Με μια απαλή κίνηση την αγκάλιασε. Καθώς ένοιωσε το δέρμα της πάνω στο δικό του, τον πλημμύρισε μια ευφορία υπερύπαρξης και αδυσώπητης αλήθειας. Βρέθηκε μέσα της χωρίς καν να το επιδιώξει. Ήταν η πιο γλυκειά είσδυση, μια είσδυση χωρίς κενά, χωρίς μνήμη, σαν να συνέβαινε πάντα, σαν να μην ήταν ποτέ εκτός της. Εκείνη του ανήκε, αν και γνώριζε καλά ότι δεν του ανήκε τίποτα. Εκείνος της ανήκε, άλλωστε της ανήκαν τα πάντα.
Η Ζωή μέσα σε λίγες στιγμές γέννησε άπειρους κόσμους. Σ’ έναν απ’ αυτούς ο ιππότης Άσδραχ βάδιζε μες στο σκοτάδι προς τον πύργο της Αλουένης, στα Δαλματικά παράλια. Η αλμύρα της θάλασσας ανακατευόταν με τον ιδρώτα στο πρόσωπο του. Είχε ήδη βαδίσει μίλια μες από δεκάδες βασίλεια. Η τάφρος γύρω απ’ τον πύργο ήταν η τελική του δοκιμασία. Η μόνη ορατή δίοδος ήταν ένα τεντωμένο σχοινί πάνω από την τάφρο. «Μόνο οι ακροβάτες είναι ευπρόσδεκτοι εδώ», σκέφτηκε. Το επιχείρησε. Και το κατάφερε, σαν μια αόρατη κλωστή να τον τράβαγε προς τα πάνω. Στο τέρμα ένα μικρό άνοιγμα σηματοδοτούσε την είσοδο στα άδυτα του πύργου. Σύρθηκε στα τέσσερα και μετά από ώρες που του φάνηκαν χρόνια έφτασε σε μια μεγάλη αίθουσα – αυτό το σούρσιμο επί ώρες σήμαινε προφανώς ότι δεν επρόκειτο για μια ευθεία σήραγγα αλλά για μια καμπυλωτή σαν έντερο σήραγγα η οποία στρεφόταν την μια προς τον πύργο και την άλλη προς την τάφρο.
Στην αίθουσα αυτή η οποιαδήποτε ανθρώπινη παρουσία ή δράση αποτυπωνόταν σε ζωγραφικούς πίνακες. Ένας ιππότης μονομαχούσε με το ξίφος του απέναντι σε ένα μοναχό με όπλο το σταυρό. Δυο παιδάκια έπαιζαν με κύβους. Μια κοπέλα ξέπλενε τα μαλλιά της σε μια πηγή. Μια άλλη κοπέλα κοιμόταν και απ’ τα μακριά ξέπλεκα μαλλιά της πιάνονταν σκίουροι, καλικάντζαροι και δεκάδες ζευγάρια ερωτευμένων. Ένα απ’ αυτά τα ζευγάρια έκανε έρωτα ανάμεσα στα μαλλιά της και τα αγκομαχητά της γλύκας τους γίνονταν σύννεφα. Σ’ ένα απ’ αυτά ένα κοριτσάκι καθόταν αποχαυνωμένο, καθώς σκεφτόταν το αγόρι που κάθε πρωί τους έφερνε το γάλα. Ο πατέρας του αγοριού είχε φύγει για την Αίγυπτο μαζί με τον Άγιο Λουδοβίκο για να πολεμήσει τους Μαμελούκους, στις μάχες που αργότερα αποκαλέστηκαν έβδομη σταυροφορία. Στην πραγματικότητα δεν ακολούθησε τον Λουδοβίκο από θρησκευτικό ζήλο αλλά επειδή, ως κρυφός αλχημιστής, έψαχνε το περίφημο ελλείπον συστατικό που το γνώριζε μόνο ένας βεδουίνος στη Μανσούρα. Και το βρήκε. Η επίσκεψη του Άσδραχ στον πύργο είχε στεφθεί με επιτυχία. Ένα μίγμα γαλάζιου οπάλιου με πράσινο νεφρίτη σε αναλογία 2:3,7. Ο οπάλιος συμβόλιζε τη γέννηση, την έναρξη, το Α. Ο νεφρίτης το θάνατο, το τέλος, το Ω. Κι ο Άσδραχ άραγε τι συμβόλιζε; Το Μ, την αλχημική μετουσίωση, τη μεταμόρφωση, τη μετάβαση από το θάνατο στη γέννηση, μια αντιστροφή της συνήθους ζωής που οδεύει από τη γέννηση στο θάνατο.
Η Ζωή φίλησε τον Μέμνονα στο μέτωπο, ενόσο εκείνος προσπαθούσε να συγκρατήσει τους κόσμους που είχε δει. Ο ένας όμως μετά τον άλλον διαλύονταν μες στη μνήμη του.
Κάθησαν στη βεράντα για να πιουν ήσυχα καφέ. Εκείνος δεν ήθελε να τη ρωτήσει τίποτα. Εκείνη ήθελε να του εξηγήσει τα πάντα. Κι όμως κάθονταν σιωπηλοί κρατώντας ο ένας τα χέρια του άλλου.
Η Ζωή είχε τα κλειδιά για την προαιώνια ελπίδα του ανθρώπου, τη νίκη πάνω στο θάνατο. Ο Μέμνονας μπόρεσε να το γευθεί για λίγο, για όσο ήταν μέσα της. Θα του έμενε μια αδιόρατη θύμηση. Η Ζωή όμως δεν μπορούσε, δεν είχε το δικαίωμα να του πει περισσότερα. Ο Άσδραχ τα είχε πει όλα. Έπρεπε να βρει τον οπάλιο, ή ένα είδος οπάλιου. Έπρεπε να βρει το νεφρίτη, ή ένα είδος νεφρίτη. Έπρεπε να βρει την σωστή αναλογία, και αυτό ήταν το δυσκολότερο. Κι όλ’ αυτά τη στιγμή που είχαν πλέον γλυστρήσει από τη μνήμη του…