Δευτέρα, 5 Μαΐου 2008

M+Z [2]

by Moga




Βγαίνοντας από το νερό, έσταζε ολόκληρος. Μόλις εκείνη τη στιγμή κατάλαβε ότι είχε βουτήξει με τα ρούχα. Κοίταξε τριγύρω κι ανακάλυψε τα πέδιλά του που είχαν απομείνει εκεί στην άμμο. Έσκυψε και τα πήρε. Περπατούσε με τα ρούχα μισοστεγνωμένα κατά μήκος της παραλίας και σιγοψιθύριζε: «Κάθε κόκκος άμμου…» Σε κάθε το βήμα μουρμούριζε το ίδιο και το ίδιο. Καθώς οι πατούσες του μισοβυθίζονταν μέσα στους αμέτρητους κόκκους άμμου της παραλίας, άρχισε να αισθάνεται περίεργα: ψηλότερος, δυνατότερος… Και τότε κατάλαβε, ότι αυτό που είχε αισθανθεί ως αυτοπεποίθηση και σιγουριά, αυτό που είχε θεωρήσει δύναμη και εξουσία δεν ήταν παρά μια υποταγή, μια προδιαγεγραμμένη πορεία: τόση ώρα ακολουθούσε ένα φωτεινό μονοπάτι από κάτι στρογγυλωπά, αστραφτερά ζωντανά βότσαλα που τον οδηγούσαν… Το «μονοπάτι» είχε αφήσει πλέον τη θάλασσα, στο μεταξύ τα ρούχα του είχαν στεγνώσει και στα πόδια του φορούσε και πάλι τα πέδιλά του, και τον παρέσερνε στο δάσος με τα δαιδαλώδη τούνελ που είχε σκάψει ή που νόμιζε ότι είχε σκάψει… Κάτι περίεργο συνέβαινε στο μυαλό του. Ξαφνικά όλα γίνονταν ρευστά και δεν γνώριζε πια τι είχε συμβεί και τι όχι. Ανατρίχιασε. Το γνώριζε αυτό το απόμερο κομμάτι, εδώ που το δάσος τελείωνε και άρχιζε ένας αραιός ελαιώνας. Να και η ξερολιθιά, η στροφή του δρόμου και εκεί ξεχώριζε η σκεπή του σπιτιού της Ζωής. Η ζέστη κρατούσε ακόμη, αν και είχε αρχίσει να σουρουπώνει. Μόλις όμως έσπρωξε την αυλόπορτα και βρέθηκε στον κήπο, ένα δροσερό χάδι ανέμου τού ανακάτεψε τα μακρυά του μαλλιά. Η Ζωή στεκόταν στο βάθος δεξιά, ακίνητη, με φόρεμα στο χρώμα της ξερής γης. Έφτανε έως το έδαφος και φαινόταν λες και η Ζωή και η γη ήταν πλέον ένα. Από τις πτυχές του φύτρωναν χορταράκια και τόπους τόπους μυρμήγκια αναζητούσαν επάνω του σποράκια. Τα μακρυά μαύρα μαλλιά της ήταν πλεγμένα σαν φωλιά με τις μυτερές του άκρες να σαλεύουν, κλαδάκια στον άνεμο. «Ήρθες!» του είπε και τα μάτια της έγιναν ευθύς από μαύρα πρασινόχρυσα και αστραφτερά σαν το περιδέραιο που φορούσε: φτιαγμένο από κάτι στρογγυλωπά, αστραφτερά ζωντανά βότσαλα, κάτι του θύμιζε, το περιδέραιο αυτό, αλλά αδυνατούσε να βολέψει τις σκέψεις του, ήταν σκόρπιες και σπασμένες, χωρίς ειρμό. Τότε εκείνη σήκωσε τις παλάμες της στο ύψος του προσώπου της και τις χτύπησε κοφτά δυο φορές: αμέσως το περιδέραιο ζωντάνεψε και χρυσοπράσινοι κάνθαροι άρχισαν να πετούν, φτιάχνοντας ένα φωτοστέφανο γύρω από το κεφάλι της.