Τρίτη, 6 Μαΐου 2008

M+Z [4]

masks

Και τότε ξαναξύπνησε μέσα του η εικόνα του ακατοίκητου νησιού με την απέραντη παραλία, και τους πολλούς πολλούς σαν πιγκουίνους στριμωγμένους ανθρώπους με τους καφέ χιτώνες, μόνο που τώρα αναγνώριζε τα πρόσωπά τους, λες και στο μεταξύ είχαν μεγαλώσει, να ο Νίκος με τη Θάλεια, η Λένα με τον Γιώργο και τον Δημήτρη, η Ιωάννα με τον Νικήτα, ο Στέλιος με τη Φωτεινή, η Ελεονόρα με τον Σπύρο, τη Δέσποινα, την Ελένη, έναν έναν τους αναγνώριζε όλους, ακόμη κι αυτούς που ποτέ μέχρι τότε δεν είχε γνωρίσει, στροβιλιζόταν ανάμεσα στα σώματα και τις ψυχές τους, ενώ στα αυτιά του είχε ήδη αρχίσει να ακούγεται το ανατριχιαστικό σφύριγμα του κεραυνού που θα τους διαπερνούσε όλους σαν μια μακριά κόκκινη κλωστή και μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα θα τους μετέτρεπε σε λόφους άμμου. «Λοιπόν» του είπε η Ζωή καθώς οι χρυσοπράσινοι κάνθαροι επέστρεψαν και πάλι γύρω από τον λαιμό της, «ξέρεις ότι σου έχω εμπιστευτεί τα παιδιά μου». Την κοίταξε στα μάτια κι αυτά τώρα είχαν αποκτήσει ένα βαθύ μπλε χρώμα, λες και τα είχε φιλήσει ο Ποσειδώνας, «πρέπει να επιστρέψεις στις σήραγγες του νου σου, αυτές που βρίσκονται βαθιά μέσα στο αιώνιο σώμα μου, να σκάψεις κι άλλο, μέχρι που θα συναντήσεις τον σκελετό με το ένα λιγότερο πλευρό, εκεί κοντά του θα βρεις τα μέλη της συντρόφου του, με το δεξί χέρι να κρατά το απολιθωμένο μήλο, τότε θα ξέρεις ότι έχεις βρει την αρχή που τόσο σε κατατρέχει, το άλεφ του ανθρώπινου είδους, που πάντοτε με αψηφά και με προδίδει, εκεί θα πρέπει να βρεις την απάντηση για ό,τι ζητάς, εκεί θα βρεις το κλειδί που θα σώσει τα παιδιά μου, και σένα, από τον κεραυνό». Στην τελευταία λέξη ανατρίχιασε, η στιγμή που φοβόταν είχε φτάσει, η Ζωή ζητούσε τώρα το αντάλλαγμά της για το πικρό δώρο που του είχε χαρίσει… Δεν είχε ζητήσει εκείνος να μπορεί να διαβάζει τους άλλους, δεν είχε θελήσει να εξηγήσει τον κόσμο, όμως ποτέ δεν είχε αποδεχθεί και το γεγονός ότι όπως γεννιόμαστε χωρίς να το ζητήσουμε έτσι και γεννιόμαστε χωρίς να αναγνωρίζουμε πάντοτε την αποστολή μας. Κοίταξε τη Ζωή. Για άλλη μια φορά θαύμασε τη δύναμη που έρρεε ορμητική από την ήρεμη μα στέρεη μορφή της, το σαν φωλιά κεφάλι της, το γήινο φόρεμά της, τα χέρια που αγκάλιαζαν τα λόγια που είχε εκστομίσει και πετούσαν σαν πυγολαμπίδες ανάμεσα στα κλαδιά του κήπου. Έσκυψε και τον φίλησε στο στόμα. Ένα φιλί σαν πνοή ανέμου, όλα απάνω της θρόιζαν από έναν άνεμο που έπνεε μονάχα επάνω της. Γύρω γύρω νηνεμία και πάνω της ο Αίολος να της χαιδεύει το πρόσωπο, το σώμα, τη ματιά της… Ένιωθε μια ζήλεια, που το φιλί είχε επιδεινώσει. «Πήγαινε» του είπε, περνώντας στον αριστερό αντίχειρα ένα δαχτυλίδι.