Τρίτη, 6 Μαΐου 2008

Μ+Ζ+Ι+Ε [10]


...Αλλά μόνον αυτή. Μια φωνή απόκοσμη, στολισμένη με χρώματα ξεβαμμένα σχεδόν. Ένας αντίλαλος που χάθηκε πίσω
από το παραπέτασμα της λογικής.

- Τί έχεις; του είπε ο Νικήτας, και τον σκούντησε ελαφρά. Αφαιρέθηκες;

Μα ο Μέμνονας ήταν σε μια μορφή νιρβάνας. Έστρεψε το κεφάλι του και με το βλέμμα του έπιασε ένα κομμάτι χαρτί στο τραπεζάκι που πριν νόμιζε ότι είχε δει τη Ζωή. Σηκώθηκε με βήμα διστακτικό και κατευθύνθηκε προς τα εκεί. Κόσμος χόρευε γύρω του κι ένιωθε σαν να ήταν στο κέντρο μιας αρχέγονης τελετής ιθαγενών, των οποίων τα τραγούδια δεν καταλάβαινε και οι μελωδίες φθάναν παρθένες στα αυτιά του.

Έπιασε το χαρτί στα χέρια του. Πρόλαβε να δει τρία γράμματα πριν εξαφανιστούν και μείνει και πάλι λευκό. Α, Μ, Ω. Το Α χάθηκε από την αριστερή άνω γωνία της κόλλας, το Μ από το κέντρο της και το Ω από την δεξιά κάτω γωνία. Το δίπλωσε με φόβο στα ακροδάκτυλά του και το φύλαξε στην τσέπη του. Έφυγε δίχως να χαιρετήσει τον Νικήτα.

Μπήκε στο μετρό με σκοπό να γυρίσει σπίτι του, σε ένα χώρο που νόμιζε ότι ορίζει, για να βάλει τις σκόρπιες σκέψεις του σε μια τάξη, να προσπαθήσει να εξηγήσει αυτή την κοσμογονία που ένιωθε να συντελείται, κυρίως μέσα του. Μα οι λογισμοί, σμάρια αποδημητικών πουλιών που ψάχνουν καταφύγιο σε μέρη πιο ζεστά, πετάξαν νότια, στο χρυσό κέντρο της καρδιάς του. Δε μπορούσε να ξεχάσει τα πράσινα μάτια της, το ζωντανό σχεδόν δαχτυλίδι στο χέρι της. Γυάλιζαν και τα τρία, πίσω από το δικό του βλέμμα.

Έπρεπε να τη βρει. Μέχρι τώρα όμως τον έβρισκε εκείνη, όποτε εκείνη ήθελε. Αυτό έπρεπε να το αλλάξει.

Μηχανικά ξεδίπλωσε την λευκή κόλλα από την τσέπη του για να την κοιτάξει. Να την μελετήσει ίσως. Την κρατούσε ευλαβικά, σαν άγιο ύδωρ που το εναποθέτουν στην Ιερά Τράπεζα. Έκπληκτος είδε δύο λέξεις να σχηματίζονται στη στιγμή: ΕΡΧΟΜΑΙ. ΖΩΗ. Χάθηκαν μεμιάς, το ίδιο ξαφνικά που αόρατο χέρι τα σμίλεψε εφήμερα πάνω στο μαγικό χαρτί. Αυτός ήταν λοιπόν ο δίαυλος επικοινωνίας τους;

Αναρίγησε. Ηλεκτρισμός διαπέρασε το κορμί του στην αίσθηση του αγγίγματος. Περιμένοντας τη θεαματική της εμφάνιση, έπιασε το κινητό του και διαπίστωσε ότι δεν λειτουργούσε. Δεν ήταν απενεργοποιημένο όμως, απλά ήταν σαν να μην "έπιανε" τίποτα. Αυτόματα ανησύχησε για τους φίλους του. Σκέφτηκε, ή καλύτερα διαισθάνθηκε, ότι πλέον δεν μπορούσε να τους "διαβάσει" όπως πριν. Λες και οι κόσμοι τους ήταν παράλληλοι πια, και η τομή τους ολοένα και ξεμάκραινε.

Έφερε ξανά στο νου του το πρόσωπο της Ζωής. Καθάριο μα κι ανήσυχο. Ήρεμο μα και τρομαγμένο. Θυμήθηκε τις δυο στάλες ιδρώτα ανάμεσα στα λεπτοκαμωμένα φρύδια της. Κάτι σαν να έλαμπε μέσα τους. Χρυσή στερόσκονη φώτιζε τις υγρές μα και σαν απολιθωμένες σταγόνες που κυλώντας περνούσαν από τα ματοφλέφαρά της και γίνονταν ένα με τα ζεστά της δάκρυα.

Ξάφνου νιώθει το σώμα του να βρέχεται. Ένας χείμαρρος τον αρπάζει και ακαριαιά σχεδόν βρίσκεται στα υπόγεια τούνελ που ο ίδιος έσκαβε. Νιώθει ξανά την κόπωση στην πλάτη και στη μέση του, το αναψοκοκκίνισμα στα μάγουλά του, το υπόλοιπο της δύναμης στα μπράτσα του. Μύρισε το βρεγμένο έδαφος από πάνω του και σαν να άκουσε τα φυλλώματα του δάσους να θροίζουν. Ένα αεράκι σε χρώμα ξερής γης τον πλησίαζε από μακριά. Και τότε την είδε...

2 σχόλια:

BUTTERFLY είπε...

Εχω ενθουσιαστει! Το ρουφηξα λεμε! Τελειο! Τελειο! Τελειο!!!!!!

Equilibrium είπε...

Να'σαι καλά μικρή μου πεταλουδίτσα

Τιμή μας που μας διάβασες...

Ίσως έρθει και η σειρά σου σύντομα να προχωρήσεις αυτή την ιστοριούλα...